- Στο ακριτικό Μοναστήρι της Μολυβδοσκεπάστου, στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, ο Μητροπολίτης Κονίτσης Ανδρέας, ιερείς και πνευματικά παιδιά του αλησμόνητου Μητροπολίτη Κονίτσης Σεβαστιανού, τέλεσαν χθες σεμνά ένα τρισάγιο στον τάφο του, 30 χρόνια μετά την κοίμησή του. Είχε προηγηθεί επιμνημόσυνη δέηση κατά τη θεία λειτουργία στο ναό της Παναγίας.
Ο κ. Ανδρέας ήταν φανερά συγκινημένος, αφού επί 27 ολόκληρα χρόνια έζησε κοντά στο Σεβαστιανό ως ιεροκήρυκας και πρωτοσύγκελος. Συχνά σημειώνει ότι αν και ο ίδιος θεωρεί ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι Σεβαστιανός, δεν θα σταματήσει τη μάχη για τα ιδεώδη, που αυτός ξεκίνησε.
Ήταν 12 Δεκεμβρίου του 1994, ανήμερα του αγίου Σπυρίδωνα και οι δείκτες του εντοιχισμένου ρολογιού στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων έδειχναν επτά παρά είκοσι πέντε το πρωί. Αυτή ακριβώς την ώρα έπαψε να χτυπά η καρδιά του Σεβαστιανού, που νοσηλευόταν επί ημέρες.
Η διαθήκη του
Έπειτα από 30 ολόκληρα χρόνια είναι επίκαιρη όσο ποτέ, η διαθήκη του αείμνηστου ιεράρχη, την οποία έγραφε στις 27 Αυγούστου 1994 προαισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος. Μια διαθήκη γεμάτη υποθήκες, η οποία είναι δείγμα, και μάλιστα το ασφαλέστερο, που αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την ασκητική βιωτή του Σεβαστιανού, από τα χέρια του οποίου πέρασαν μεγάλα ποσά, αλλά όλα δίνονταν ως ανθρωπιστική βοήθεια.
Χαρακτηριστικό το απόσπασμα: «Περιουσίαν ατομικήν κινητήν ή ακίνητον δεν έχω να αφήσω. Ούτε εκληρονόμησα, ούτε απέκτησα με την Ιερωσύνην μου. Ό,τι χρήματα ευρεθούν εις το γραφείον μου, γνωρίζουν οι στενοί μου συνεργάται, ότι ανήκουν εις φιλανθρωπικούς σκοπούς».
Με ζεστασιά καρδιάς…
Η ζεστασιά και η δύναμη της καρδιάς του Σεβαστιανού συγκέντρωσε κοντά του πολλούς, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ακόμη και από το εξωτερικό, που τους σαγήνευσε η πατρότητά του και η αυθεντικότητά του. Γι' αυτό την ημέρα της κηδείας του υπήρχε διάχυτη η αίσθηση ότι δεν πέθανε. Και τώρα, 30 χρόνια μετά το θάνατό του, νιώθει κανείς τα δύο του χέρια να εξακολουθούν να υψώνονται ικετευτικά στο Θεό… Τα καθάρια μάτια του να εξακολουθούν να αντικρίζουν τους φτωχούς και περιφρονημένους. Τον ξάστερο νου του να υπερασπίζεται το δίκαιο των αδικημένων.