Δομικές αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας των ενεργειακών επιθεωρητών κτιρίων επιφέρει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με νέα Υπουργική Απόφαση. Βασικότερη όλων η κατάργηση των επιθεωρητών Γ’ Τάξης και η εισαγωγή αυστηρότερων κριτηρίων για την απόκτηση της Β’ Τάξης, οι υποψήφιοι της οποίας απαιτείται να έχουν επιθεωρήσει τουλάχιστον 40.000 τ.μ..
Πρόκειται για προβλέψεις ιδιαίτερα αυστηρές, που αποκλείουν αυτόματα εκατοντάδες επαγγελματίες από τη διαδικασία, όπως επισημαίνει η Αντιπροσωπεία του Τμήματος Ηπείρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου σε ψήφισμά της, παρουσιάζοντας αναλυτικά τις συνέπειες που θα έχει το νέο καθεστώς για τον κλάδο και σε τοπικό επίπεδο.
«Μας υποβαθμίζετε…»
Για υποβάθμιση του θεσμικού του ρόλου κάνει λόγο το ΤΕΕ Ηπείρου, καθώς η απόφαση για τους ενεργειακούς επιθεωρητές δημοσιεύτηκε αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση μαζί του, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο «οι αλλαγές να εξυπηρετούν συγκεκριμένες κατηγορίες κτιρίων μέσω "ειδικών απαιτήσεων" καθώς και πριμοδότηση εταιρικών σχημάτων με αποκλεισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεσαίων και μικρών γραφείων και των ελευθέρων επαγγελματιών μηχανικών».
Όπως σημειώνει, οι νέες διατάξεις επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στο επάγγελμα των ενεργειακών επιθεωρητών, αποκλείοντας πολλούς από τη δυνατότητα ένταξης στη Β’ Τάξη. Ειδικά στις πόλεις της Ηπείρου και της Λευκάδας, όπου ο αριθμός επιθεωρήσεων είναι χαμηλότερος σε σχέση με την Αθήνα, το τοπικό ΤΕΕ αναφέρει πως υπάρχει ο κίνδυνος η περιοχή να μείνει χωρίς επιθεωρητές Β’ Τάξης ή να υπάρχουν ελάχιστοι. Ως αποτέλεσμα, η εκπόνηση επιθεωρήσεων Β’ Τάξης ενδέχεται να μετατοπιστεί σε γραφεία με έδρα τα μεγάλα αστικά κέντρα, οδηγώντας σε απώλεια εσόδων για τους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται τοπικά.
Αρνητικές συνέπειες
Συνοψίζοντας, το ΤΕΕ Ηπείρου αναφέρει πως βασική συνέπεια αυτής της ρύθμισης είναι ότι οι μικροί ελεύθεροι επαγγελματίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις. Επίσης, κάνει λόγο για αποκλεισμό εκατοντάδων ενεργειακών επιθεωρητών από τη Β’ τάξη, ενώ εκφράζει τον φόβο ότι ο περιορισμένος αριθμός επιθεωρητών Β’ Τάξης ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους των υπηρεσιών τους.
Παράλληλα, τονίζει πως οι επιθεωρητές που δεν πληρούν τα νέα κριτήρια μπορεί να χρειαστεί να συνεργάζονται με συναδέλφους τους Β’ Τάξης για τη διεκπεραίωση επιθεωρήσεων και αναφέρεται στο ενδεχόμενο δημιουργίας ολιγοπωλίων λίγων ισχυρών γραφείων, ενώ προβλέπει πως η αύξηση των ηλεκτρονικών παράβολων, όπως προβλέπεται από τη νέα Υπουργική Απόφαση, ενδέχεται να αυξήσει το συνολικό κόστος των Πιστοποιητικών Ενεργειακής Απόδοσης για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, χωρίς να επηρεάζει ανάλογα τις αμοιβές των επιθεωρητών.
«Η νέα πρακτική εισάγει για πρώτη φορά την αφαίρεση επαγγελματικών δικαιωμάτων με βάση ποσοτικά κριτήρια αντί για αξιολόγηση ποιότητας. Ωστόσο, ο αριθμός των επιθεωρήσεων ή το σύνολο των επιθεωρούμενων τετραγωνικών μέτρων δεν αποτελεί μονοσήμαντα αξιόπιστο δείκτη. Αντιθέτως, έχει διαπιστωθεί ότι η μαζική παραγωγή ΠΕΑ συχνά οδηγεί σε ποιοτική υποβάθμιση», τονίζει με έμφαση.
Τι ζητάει το ΤΕΕ
Καταλήγοντας στην ανακοίνωσή του, το ΤΕΕ Τμήμα Ηπείρου καλεί την ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος να προχωρήσει σε άμεση κατάργηση της επίμαχης Υπουργικής Απόφασης, να επαναφέρει το προηγούμενο καθεστώς και να αναθέσει τον καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων στο ΤΕΕ, ως τον αρμόδιο φορέα, ανάλογα με τις σπουδές και την εμπειρία σεβόμενοι πάντα την επέκταση δικαιώματος έκδοσης των πιστοποιητικών ΠΕΑ σε μηχανικούς περισσότερων ειδικοτήτων (π.χ. μηχανικούς Επιστήμης των Υλικών).
Τέλος, σημειώνει πως οποιαδήποτε νέα πρόταση αλλαγής του ισχύοντος πλαισίου θα πρέπει να προκύψει μετά από διαβούλευση με όλους τους φορείς.