Μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα αναβιώνει σε πόλεις και χωριά της Ηπείρου ένα παλιό χριστουγεννιάτικο έθιμο, ώστε οι νέες γενιές να μην αποκοπούν από τις παραδόσεις και τις ρίζες μας, που είναι πηγή για τη ζωή μας. Σε πλάκες, όπως τα αλλοτινά χρόνια, ψήνονται τα λεγόμενα «σπάργανα του Χριστού».
Σε μια κοινωνία, που όλο και περισσότερο ξεθωριάζει ηθικά, τα ήθη και τα έθιμα των Χριστουγέννων τα παλαιά χρόνια, είναι ένα ζητούμενο και όχι μόνο μια νοσταλγία, είτε γι’ αυτούς, που τα έζησαν, είτε για όσους τα άκουσαν.
Τα «Σπάργανα του Χριστού», οι τηγανίτες, δηλαδή των Χριστουγέννων, αποτελούν ένα έθιμο διαδεδομένο, από τα βάθη του χρόνου, στην Ήπειρο και συμβολίζουν το σπαργάνωμα του Χριστού στη φάτνη.
Παλαιότερα πάνω στη μαυρόπλακα, μια βαριά ίσια πέτρινη πλάκα, που πριν χρησιμοποιηθεί ζεσταινόταν, η γιαγιά του σπιτιού συνήθως, έψηνε, την παραμονή των Χριστουγέννων, «τα σπάργανα του Χριστού» με χυλό από αλεύρι, νερό και αλάτι.
Τα παιδιά περίμεναν όλο χαρά τις τηγανίτες να τις φάνε ζεστές, τρυφερές, βουτηγμένες σε ζάχαρη, μέλι, πετιμέζι, ό,τι είχε το σπίτι τους. Μπορεί να μην απολάμβαναν τότε ότι απολαμβάνουμε εμείς σήμερα, ωστόσο ένιωθαν ομορφιά, αγαλλίαση και ειρήνη.
Υπήρχαν πολλές παραλλαγές, ανά περιοχή της Ηπείρου ως προς την παρασκευή «των σπαργάνων του Χριστού».
Γερόντισσες νοικοκυρές έριχναν μια κουτάλα από το χυλό στην πυρωμένη πέτρα ή λαμαρίνα, άνοιγαν τη ζύμη να γίνει μεγάλη και την έψηναν και από τις δύο πλευρές. Έφτιαχναν μ’ αυτόν τον τρόπο αρκετά φύλλα. Παράλληλα ανακάτευαν καρύδι με κανέλα, ζάχαρη, και γαρίφαλο και δημιουργούσαν ένα μείγμα. Έστρωναν ένα φύλλο ζύμη, έριχναν από πάνω το μείγμα και συνέχιζαν το στρώσιμο. Στο τέλος το σιροπιάζανε.