Ίσως οι παλιοί Γιαννιώτες να γνωρίζουν ότι βρέθηκε ένα χειρόγραφο, σ’ ένα Μηναίο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, για τον πάτερ Κοσμά. Το αντιγράφω με την ορθογραφία του: «Ο όσιος Κοσμάς ο Ισαπόστολος.
Εις τους 1774 ήρθε ένας σκιτης ονομαζόμενος Κοσμάς ήρθε εις τα Ιωάννινα κι εδίδαξε και σε όλα τα χορία και οιταν καλός και η διδαχή του ομορφι και τον ακολούθαγαν ο κόσμος και εχάλασε τις καιριακές το παζάρι και εφθόνισαν οι Ευρέοι και εξόδιασαν εις τον Κουρ-πασά τον εσκότωσε εις το Περάτι».
Αυτή είναι η ζωή του εθναπόστολου Κοσμά του Αιτωλού, γραμμένη από το χέρι κάποιου ανώνυμου ευλαβικού αναγνώστη. Είναι ζήτημα αν στην ιστορία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας γεννιέται κάθε εκατό χρόνια και μια τέτοια μορφή. Ένα σπάνιο πρόσωπο, που να συνδυάζει την οξυδέρκεια και τη γνώση, την αγάπη και το θάρρος, ένα σύμβολο, μια μορφή φιλοσοφημένη. Ο Κοσμάς ο Ισαπόστολος, ο εθνομάρτυρας, ο διδάσκαλος, ο κήρυκας, ο προφήτης. Ο καλόγερος με το ραβδί στο χέρι, το ράσο και το σακούλι. Τίποτ’ άλλο. Ούτε ψωμί να φάει ούτε ρούχο να φορέσει. Με μοναδικό εφόδιο τη φλόγα της αγάπης για τον άνθρωπο και για το έθνος του. Αγάπης αληθινής, σαν κι αυτή που δίδαξε ο απόστολος Παύλος: «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί…»
Πολλά μέρη διεκδίκησαν την τιμή πως ο Κοσμάς ήταν γέννημά τους. Οι γονιοί του ήταν Ηπειρώτες, που η επιτόπια παράδοση τους φέρνει καταγόμενους, τον μεν πατέρα από το Γραμμένο, τη δε μητέρα από το Βραχώρι Παραμυθιάς. Γεννήθηκε το 1714 στον Ταξιάρχη της Αιτωλίας. Εκεί, άλλωστε, λένε πως σώζεται το σπίτι που γεννήθηκε και, πιο πέρα, το μοναστήρι που ο ίδιος ανακαίνισε. Τόπος απρόσιτος, άγριος, απομονωμένος. Μέχρι τα 20 χρόνια του έμενε στο χωριό του και δούλευε. Όταν πια ωρίμασε, αποφάσισε να μορφωθεί και να συντελέσει δυναμικά στον μετριασμό της αμάθειας και στην τόνωση του θρησκευτικού συναισθήματος, που είχε καταπέσει. Η κλίση του προς τα γράμματα και τη θρησκεία ήταν ακατανίκητη. Σπούδασε στην Αγία Παρασκευή των Βρανιανών. Εκεί έμαθε πώς να φωτίζει τον κοινό λαό και να ξυπνά τις συνειδήσεις. Μετά από οκτώ χρόνια επέστρεψε στην πατρίδα του, για να διδάξει. Από τότε απέκτησε την ευχέρεια να μιλά ελεύθερα και να συναρπάζει τα πλήθη. Το 1748 πήγε στο Άγιον Όρος, βρισκόμενος σε περιβάλλον που ταίριαζε στη φλογερή ψυχή του. Ο διευθυντής της σχολής, ο Ευγένιος Βούλγαρης, τον μύησε στα σχέδια της Μεγάλης Ιδέας. Αφοσιώθηκε στη σπουδή του Ευαγγελίου και των Γραφών.
Στη Μονή Φιλοθέου επηρεάστηκε από τον Νικόλαο Τζαρτζούλη και τις νεωτεριστικές ιδέες του και έπαψε να πιστεύει πια στους δασκάλους και στα φιλοσοφικά συστήματα· τα θεωρούσε άχρηστα και ακατανόητα για τον λαό. Προπάντων, δεν ανεχόταν την αργία του μοναχικού βίου. Ήταν οπαδός της φλογερής δράσεως, των σκληρών δοκιμασιών και των μαρτυρικών αγώνων.
Είχε γίνει 45 ετών, όταν διέκρινε σαν «θέλημα Θεού» ότι ήταν καιρός να ξεκινήσει έναν αγώνα. Άφησε τη μονή και πήγε στο Φανάρι, όπου αντάμωσε τον Πατριάρχη Σεραφείμ, οπαδό της Μεγάλης Ιδέας. Γοητεύτηκε από τη φωτεινή φυσιογνωμία του, τη γλώσσα του, τον θεόπνευστο ενθουσιασμό του. Ζήτησε την άδεια να κηρύξει και ο Σεραφείμ πρόθυμα την έδωσε. Έτσι, λοιπόν, φόρεσε το ράσο του Τάγματος των Βασιλειανών και ξεκίνησε, κρατώντας μονάχα ένα ραβδί.
Στην αρχή, η δράση του περιορίστηκε στα χωριά της Κωνσταντινούπολης και της Θράκης. Η διδασκαλία του βρίσκει παντού ανταπόκριση και καρποφορεί. Η φυσιογνωμία του κυριαρχεί παντού. Από τη Θράκη στη Μαγνησία, το Πήλιο, τον Όλυμπο, τη Λάρισα, την Ελασσόνα, τα Γρεβενά, για να καταλήξει στο Μέτσοβο.
Συμβουλεύει την αγάπη, την ομόνοια, την αφιλοκέρδεια, στηλιτεύει τον πλούτο. Μοιράζει ελέη, χτίζει εκκλησίες. Είναι ταπεινός, μετριόφρων, ακούραστος. «Είμαι λοιπόν κι εγώ, αδερφοί μου, άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους. Τον Χριστό παρακαλώ να με δυναμώσει να νικήσω τους τρεις εχθρούς: τον κόσμο, τη σάρκα και τον πειρασμό.»
Κανείς ως τότε δεν είχε συγκινήσει περισσότερο, δεν είχε μεταδώσει στους ραγιάδες ζωηρότερα και απλούστερα τη θεία διδασκαλία του Ευαγγελίου. Δεν ήταν σαν τους άλλους ιεροκήρυκες. Ο κόσμος θεωρούσε τα λόγια του θεόπνευστα. Χρησιμοποιούσε την απλή και κατανοητή διδασκαλία, η οποία θα εξημέρωνε με τον χρόνο τον αμαθή λαό. Ανέλυε τα προβλήματα που απασχολούσαν τον άνθρωπο, τα καθημερινά αγωνιώδη προβλήματα: τον πόνο, τη δυστυχία, την πείνα. Το αποκορύφωμα ήταν η ίδρυση σχολείων. «Διότι πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μαθαίνουν τι είναι Θεός, τι είναι άγιοι, τι άγγελοι, τι δαίμονες». Τα σχολεία που ίδρυσε ήταν πάνω από 240, συντηρούμενα από εράνους και εισφορές πλουσίων. Δίδασκε και κήρυττε, δυναμώνοντας την εθνική και θρησκευτική συνείδηση. Στα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, στον πόλεμο εναντίον της πολυτέλειας, περιέβαλε και τους Εβραίους. Για τούτο οι Εβραίοι συνωμότησαν εναντίον του κι αποφάσισαν να τον εξοντώσουν, διαθέτοντας μεγάλα ποσά στους πασάδες των επαρχιών.
Συνελήφθη από τον πασά του Βερατίου και οδηγήθηκε στην αγχόνη. Γαλήνιος ακολούθησε τους δημίους του. Κι όταν έφθασε η στιγμή, γονάτισε, ευλόγησε με ανοιχτά τα χέρια όλον τον κόσμο και τέντωσε τον λαιμό του, λέγοντας: «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν». Ο βρόγχος πέρασε στον λαιμό του Ισαποστόλου, αλλά, προτού δέσουν το σχοινί στο δέντρο, ο δάσκαλος έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε… Ήταν Σάββατο, 24 Αυγούστου του 1779.
Η διδαχή του απευθυνόταν στις λαϊκές μάζες, που η αμάθειά τους είχε εξασθενήσει την εθνική και τη θρησκευτική συνείδηση. Η επίδρασή του ήταν καταπληκτική. Κανείς άλλος, προγενέστερος ή κατοπινός εθναπόστολος, δεν επικοινώνησε τόσο με τη λαϊκή ψυχή όσο εκείνος.
Κάθε τόπος που πέρασε και κήρυξε, κάθε λιθάρι που πάνω του πάτησε, κάθε σχολείο που έχτισε, κάθε σταυρός που έστησε, σταυροί ξύλινοι για να προφυλάγουν τους ερημίτες της υπαίθρου και τους αστούς από πολέμων θανατικό, αρρωστεμούς, αναθυμούνται τον Μεγάλο Δάσκαλο και αναριγούν στη μνήμη του.
Αυτού του λαού γνωρίζει το «ποθούμενο»: «Μην απελπίζεστε, αδελφοί μου. Το ‘’ποθούμενο’’ θα γίνει. Μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο όλος ετούτος ο τόπος και καλότυχος όποιος ζήσει σε κείνο το βασίλειο. Ναι, σας λέγω, αλλά να έχετε υπομονή. Το ‘’ποθούμενο’’ θα γίνει στην τρίτη γενιά. Θα το δουν τα εγγόνια σας».