Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Οι μαθητές των Ιωαννίνων -όπως και σε όλη τη χώρα- δεν περιμένουν το άνοιγμα των σχολείων με χαρά, αλλά με μια σιωπηλή, σχεδόν καθολική δυσαρέσκεια. Δεν είναι απλή τεμπελιά εφηβείας, όπως βολεύει να πιστεύουμε. Είναι σύμπτωμα. Και τα συμπτώματα, όταν επαναλαμβάνονται χρόνο με τον χρόνο, δεν πρέπει να αγνοούνται· πρέπει να μας προβληματίζουν σοβαρά.
Η ερώτηση που τίθεται αβίαστα είναι αν η λύση βρίσκεται στο άλλο άκρο -σε ένα μοντέλο τύπου Φινλανδίας, με πλήρη χαλάρωση, ελάχιστη αξιολόγηση, «ελεύθερη» μάθηση. Η απάντηση, νομίζω, είναι όχι. Δεν χρειαζόμαστε αντιγραφή ξένων συνταγών που προέκυψαν από διαφορετική κοινωνία, διαφορετική παράδοση, διαφορετική νοοτροπία. Χρειαζόμαστε να ξαναβρούμε το δικό μας σχολείο: απαιτητικό, σοβαρό, με πειθαρχία και σεβασμό, αλλά και ανθρώπινο -πριν χαθεί οριστικά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά, χρόνια τώρα, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις διεθνείς αξιολογήσεις PISA, ανάμεσα στις χειρότερες επιδόσεις της Ευρώπης σε Μαθηματικά, Κατανόηση Κειμένου και Φυσικές Επιστήμες. Αυτό δεν είναι ατύχημα μιας χρονιάς. Είναι αποτέλεσμα χρόνιας υποεπένδυσης, υπερσυγκεντρωτικής διοίκησης και ενός συστήματος που έχει χάσει τον προσανατολισμό του.
Ας ξεκινήσουμε από τις υποδομές, εδώ, στην πόλη μας. Είναι δυνατόν, εν έτει 2026, να υπάρχουν Λύκεια μέσα στα Ιωάννινα χωρίς γυμναστήριο; Είναι δυνατόν μαθητές να διδάσκονται σε κτίρια με τουαλέτες που βγάζουν νερά, με αρχαίες εγκαταστάσεις που θυμίζουν περισσότερο μουσείο παρά χώρο εκπαίδευσης; Και το χειρότερο: η μοναδική στιγμή που κάποιες επισκευές γίνονται με σπουδή είναι όταν προαναγγέλλεται επίσκεψη κάποιου αξιωματούχου του Υπουργείου, ή και του ίδιου του… Αξιότιμου! Αυτό δεν είναι διαχείριση της παιδείας· είναι διαχείριση εντυπώσεων. Και οι μαθητές, οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί το βλέπουν, το καταλαβαίνουν, και δικαιολογημένα αγανακτούν.
Το πρόγραμμα σπουδών, από την πλευρά του, παρουσιάζει ασυγχώρητες ανισορροπίες. Η άνιση κατανομή μαθημάτων ανάμεσα στις κατευθύνσεις του Λυκείου -όπου κάποιοι μαθητές επιβαρύνονται πολλαπλάσια σε σχέση με άλλους- δεν είναι απλώς άδικη· είναι ένδειξη σχεδιασμού που έγινε βιαστικά, χωρίς να ρωτηθεί ποτέ κανείς που βρίσκεται καθημερινά μέσα στην τάξη. Πώς γίνεται ένας μαθητής Β’ Λυκείου στη Θετική Κατεύθυνση, όταν παρακολουθεί τη Γενική Παιδεία, να διδάσκεται μόνο τα Αρχαία Ελληνικά και την Ιστορία από τα μαθήματα της
αντίθετης κατεύθυνσης, ενώ ένας μαθητής του 1ου πεδίου να αναγκάζεται στη Γενική Παιδεία να διδάσκεται πέντε (!) αντίθετα μαθήματα, δηλαδή Άλγεβρα, Γεωμετρία, Φυσική, Χημεία, Βιολογία;
Κι εδώ φτάνουμε σε κάτι που πονάει ιδιαίτερα όσους θυμούνται πώς ήταν το σχολείο παλαιότερα: τη γυμναστική. Κάποτε ήταν οργανωμένο μάθημα, με στόχους, με ομαδικό πνεύμα, με πειθαρχία. Σήμερα, πολύ συχνά, περιορίζεται σε μια μπάλα που δίνεται στα παιδιά από τον γυμναστή (με το δεξί χέρι η μπάλα, στο αριστερό η τυρόπιτα -συχνό... φαινόμενο!), με την οδηγία «παίξτε ό,τι θέλετε». Αυτή είναι η δουλειά του γυμναστή σήμερα στο αθάνατο ελληνικό δημόσιο! Πού πήγαν οι μεγάλες σχολικές αυλές με γήπεδα; Πού πήγε η σοβαρή άθληση ως μέρος της διαπαιδαγώγησης, όχι ως διάλειμμα ξεκούρασης για ενήλικες; Αν μας έβλεπαν από μια γωνιά οι «αρχαίοι ημών πρόγονοι», θα γελούσαν με την αθλία κατάστασή μας και θα σηκώνονταν να φύγουν.
Παράλληλα, τα σχολεία έχουν χορτάσει (ή μάλλον δεν χορταίνουν!) τις περίφημες «δράσεις» -προγράμματα, ημερίδες (με… υψηλούς προσκεκλημένους!), δραστηριότητες γύρω από θεσμούς και οργανισμούς- που καταλαμβάνουν πολύτιμο χρόνο διδασκαλίας. Δεν αμφισβητώ την καλή πρόθεση πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες, όμως όταν η μορφή υπερισχύει της ουσίας, όταν η «δράση» γίνεται αυτοσκοπός αντί το ίδιο το μάθημα, κάτι έχει αντιστραφεί επικίνδυνα στις προτεραιότητες.
Χάθηκε, επίσης, κάτι πολύ πιο δύσκολο να ποσοστικοποιηθεί αλλά εξίσου καθοριστικό: ο παλιός, σοβαρός, με κύρος εκπαιδευτικός. Ο κλασικός φιλόλογος, ο δάσκαλος που ενέπνεε σεβασμό όχι με αυστηρότητα κενή περιεχομένου, αλλά με γνώση, ήθος και αφοσίωση στο έργο του. Δεν είναι τυχαίο που σχολεία με παλαιότερη φήμη σήμερα κακολογούνται σχεδόν από όλους. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι άλλαξαν οι καθηγητές», αλλά και «τι άλλαξε το σύστημα γύρω τους» -μισθοί, κύρος επαγγέλματος, γραφειοκρατία, έλλειψη στήριξης- που απομάκρυνε αυτόν τον τύπο εκπαιδευτικού από την τάξη.
Υπάρχει, όμως και ένα ζήτημα διοίκησης που σπάνια συζητείται ανοιχτά (όπως και πολλά από τα προγεγραμμένα, σπανιότατα συζητούνται ανοιχτά!), κι όμως είναι κομβικό. Πόσοι διευθυντές σχολικών μονάδων, ανεξαρτήτως ειδικότητας, μπαίνουν πλέον ουσιαστικά μέσα σε τάξη, μέσα στην αίθουσα; Λαμβάνουν αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητα εκατοντάδων μαθητών, χωρίς οι ίδιοι να βιώνουν πια την πραγματικότητα της τάξης. Είναι, αλήθεια, αυτό λογικό; Παράλληλα, οι απουσίες εκπαιδευτικών έχουν φτάσει σε σημείο να συναγωνίζονται εκείνες των μαθητών, με αποτέλεσμα πλήθος κενών ωρών μέσα στο πρόγραμμα. Και σε αυτές τις κενές ώρες βλέπουμε μαθητές να βγαίνουν από αφύλακτες, συχνά ξεκλείδωτες πόρτες -όπου η μοναδική «φύλαξη» είναι, στην καλύτερη περίπτωση, κάποια καθαρίστρια στην αυλή- για καφέ, παγωτό το καλοκαίρι με τη ζέστη, και τσιγάρο. Και καλά κάνουν! Μέσα να κάτσουν; Γιατί; Να κάνουν τι; Και σπίτια τους να κάθονταν, καλύτερα θα ήταν, αφού με τόσα κενά λίγες απουσίες θα έπαιρναν, καθώς, ως γνωστόν, στα κενά δεν καταγράφονται απουσίες.
Σχολεία χωρίς ανελκυστήρα, ούτε σε Γυμνάσια ούτε σε Λύκεια, δείχνουν επίσης πόσο έχει παραμεληθεί η βασική υποδομή. Κι όσο για την εικόνα της σχολικής καθημερινότητας, αρκεί κανείς να δει πόσοι καφέδες κυκλοφορούν πια ανάμεσα σε θρανία και διαδρόμους, από ανήλικους μαθητές, για να καταλάβει πόσο έχει χαλαρώσει η οργάνωση και η επίβλεψη μέσα στον χώρο εκείνο, που θα έπρεπε να είναι ο πιο σοβαρός όλων.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών το βλέπουμε καθαρά στην έκρηξη της παραπαιδείας. Καταδικάζουμε, δικαίως σε θεωρητικό επίπεδο, τα φροντιστήρια ως συμπτώματα αποτυχίας του δημόσιου σχολείου. Κι όμως, στην πράξη, είναι πλέον ο μόνος χώρος όπου γίνεται σοβαρή, οργανωμένη, αποτελεσματική δουλειά. Είναι ο μόνος χώρος όπου ο μαθητής νιώθει ότι κάποιος πραγματικά ενδιαφέρεται για την πρόοδό του. Αυτό δεν είναι θρίαμβος της παραπαιδείας· είναι καταδίκη του δημόσιου σχολείου, που έχει σιγά σιγά παραιτηθεί από τον πρωταρχικό του ρόλο.
Δεν χρειαζόμαστε άλλη μια χρονιά διαχείρισης εντυπώσεων, ούτε άλλη μια χρονιά όπου το μόνο σίγουρο είναι η επανάληψη των ίδιων προβλημάτων. Χρειαζόμαστε ουσιαστική συζήτηση, εδώ, στα Ιωάννινα -ανάμεσα σε Δήμο, Διεύθυνση Εκπαίδευσης (η οποία θα έπρεπε να εγκαταλείπει σταδιακά τον διακοσμητικό της ρόλο!), γονείς και εκπαιδευτικούς -πριν περιμένουμε τα πάντα να λυθούν από την Αθήνα. Η παιδεία δεν είναι πολυτέλεια· είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται το μέλλον ενός τόπου. Και το θεμέλιο αυτό, δυστυχώς, εδώ και χρόνια, τρίζει επικίνδυνα.