Το ανεξάρτητο Τάγμα Δελβινακίου
Τον Απρίλιο1939, η Ιταλία, κατέλαβε την Αλβανία με μεγάλες στρατιωτικές μονάδες. Μερικές από αυτές που αποβιβάστηκαν στους Αγίους Σαράντα αναπτύχθηκαν πλησίον των συνόρων. Εκτιμήθηκε ότι η Ιταλία προετοιμάζεται για εισβολή και το επιτελείο έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο αμυντικής οργάνωσης του παραμεθόριου χώρου μεταξύ των οποίων και την άμεση συγκρότηση του Ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου για την περιοχή από τη Μουργκάνα μέχρι τις υπώρειες της Νεμέρτσικας.
Να πώς περιγράφει ο δάσκαλος του Δολού Σπύρος Παγούνης το μήνυμα που πήρε. «7 Απριλίου 1939, Μεγάλη Παρασκευή ώρα 4 μ.μ. στο χωριό μου Δολό Πωγωνίου. Βαρύθυμος από κάποια προαισθήματα κατεβαίνω τα σκαλοπάτια του Σχολείου, που τελειώσαμε τις προετοιμασίες για τα βραδυνά εγκώμια του Επιταφίου.
Με υποδέχεται ένα τηλεφώνημα από την Πωγωνιανή:
- «Επιστρατεύεσαι. Σε 5 ώρες να παρουσιαστείς στο Χάνι Δελβινάκι».
Το Πωγώνι πριν από τον πόλεμο, και αμέσως μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς (Απρίλιος 1939), είχε οργανωθεί στρατιωτικά σαν ιδιαίτερη στρατιωτική περιοχή οριζόμενη ανάμεσα από τα όρη της Μουργκάνας και την οροσειρά της Νεμέρτσικας. Συγκροτήθηκε το Ανεξάρτητο Τάγμα Δελβινακίου, με έδρα το Χάνι Δελβινάκι και αποτελούμενο κατά 80% και πλέον από Πωγωνήσιους έφεδρους αξιωματικούς και στρατιώτες.
Τις παραμονές του πολέμου η σύνθεση του Τάγματος ήταν η ακόλουθη: Διοικητής του Τάγματος: Ο ταγματάρχης Τζαννής Αλεβιζάτος, Τομεάρχης ο αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής. Διοικητές λόχων: Γεώργιος Παπαδήμος, Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος, Χρήστος Παπακώστας. Σταθμός Διοικήσεως Τάγματος: Χάνι Δελβινάκι. Θέσεις καταυλισμού λόχων: 1ος Καστάνιανη, 2ος Δάσος Μπούνας, 3ος Παναγιά Σταυροσκιαδίου. Σταθμός παρατηρήσεως αεράμυνας: Κακόλακκος. Έτσι βρέθηκε στρατιωτικά το Πωγώνι στις παραμονές του πολέμου.
Γεγονότα και εικόνες μιας άλλης πλευράς του πολέμου
Στο Χάνι Δελβινάκι: έχει σημάνει Συναγερμός
Από τις 18 Οκτωβρίου, το Ανεξάρτητο Τάγμα Δελβινακίου είναι σε κατάσταση ετοιμότητας, έχει υποκλαπεί συνδιάλεξη δύο Ιταλών στρατηγών όπου ακούστηκε ότι στις 28: «θα τραβήξουμε το σχοινί».
Ο Παναγ. Καλφακάκος έφεδρος λοχίας, ιταλομαθής, στάλθηκε τον Αύγουστο από τον Μέραρχο Κατσιμήτρο στο φυλάκιο Κακαβιάς και εκεί απομονωμένος σε ένα δωμάτιο μέσω κάποιας γραμμής υποκλοπής του τηλεφωνικού δικτύου των Ιταλών παρακολουθεί τις συνδιαλέξεις.
Στο γραφείο του Τομεάρχη αντισυνταγματάρχη Φριζή πυρετός συναγερμού και ετοιμότητας. Σε μια στιγμή ο ελληνοεβραίος αξιωματικός Μαρδοχαίος Φριζής, Διοικητής του Τομέα, γυρίζει προς τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Παναγιώτη Μπέτζιο από το Βασιλικό: «Βρε παιδί σήμερα γιορτάζει και εκείνος ο Καραμπάτσης στην Κακαβιά. Εγώ δεν μπορώ να πάω να του ευχηθώ. Πάρε κάτι και πήγαινε να του ευχηθείς από μέρους μου». Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο πυρετό του πολέμου…
Ο Δημ. Καραμπάτσης, υπολοχαγός, είναι Διοικητής στο συνοριακό στρατιωτικό Φυλάκιο Κακαβιάς. Στο φυλάκιο έμενε και η οικογένειά του, η γυναίκα του, ο γιός του Φίλιππος τριών ετών και ο Πέτρος το νεογέννητο.
Λίγες μέρες νωρίτερα η Μεραρχία έδωσε εντολή να απομακρυνθούν οι οικογένειες των αξιωματικών από τα στρατόπεδα. Έτσι ετοίμασαν την οικοσκευή και μια νύχτα, το αυτοκίνητο του Βασίλη Τσέλιου από το Δελβινάκι πήρε την οικογένεια και την μετέφερε στην Αθήνα.
Είναι εύκολο στον αναγνώστη να φανταστεί τη σκηνή του αποχωρισμού και τα συναισθήματα του αξιωματικού και της γυναίκας του. Η άλλη όψη του πολέμου και ο άλλος πόλεμος, των συναισθημάτων…
* * *
Στο Τάγμα έχει διατεθεί μια πυροβολαρχία της Μοίρας του θρυλικού Ταγματάρχη Κωστάκη. Εκεί υπηρετεί ο έφεδρος αξιωματικός Δημ. Αναγνώστου από το Μαυρονόρος του ευρύτερου Πωγωνίου. Γύρω από το Χάνι υπάρχουν μερικά πυροβόλα, δύο στης «Καραγιάννως» και ένα αντιαρματικό στις πλαγιές της Ρονίτσας, και άλλα στη λίμνη της Ζαραβίνας.
Ο Αναγνώστου έχει επιστρατευτεί τον Αύγουστο. Είναι νιόπαντρος. Στο Χάνι βρίσκεται μέσα στον πυρετό του συναγερμού. Στις 26 γιορτάζει. Και εκεί στο Χάνι, ξάφνου, βλέπει τη γυναίκα του Καλλιόπη να φτάνει στη γιορτή του. Είχε έρθει από την Αθήνα για να γιορτάσουν μαζί.
Μέσα στην ένταση και τον πυρετό της μονάδας, την υποδέχεται με ανησυχία, αγωνία και φόβο. «Τι θέλεις εδώ, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα…». Δεν έχει καιρό ούτε για λίγες τρυφερές ανθρώπινες στιγμές. Ούτε να γιορτάσει ευχάριστα και χαρούμενα τη γιορτή του
Την επιβιβάζει στο πρώτο αυτοκίνητο για τα Γιάννενα, ο καθένας με τις σκέψεις του και με τους διαλογισμούς μέσα από συγκρουόμενα συναισθήματα. Είναι η άλλη όψη του πολέμου.
* * *
27 Οκτωβρίου 1940. Κυριακή ώρα 9.
Συγκέντρωση αξιωματικών στη σκηνή του Ταγματάρχη Αλεβιζάτου στο Χάνι Δελβινάκι.
Περιμένουν τον αντισυνταγματάρχη Φριζή να επιστρέψει από νυκτερινή επιθεώρηση των μονάδων προκαλύψεως και κυρίως του τμήματος που ήταν στη γέφυρα Γκόλα. Εκεί, είναι ο έφεδρος αξιωματικός του Μηχανικού Κλέαρχος Πελλένης από την Ελάτη Ζαγορίου. Από τον Μάϊο έχει εγκατασταθεί δίπλα στη γέφυρα Γκόλα, κάτω από τα Κτίσματα σε μια σκηνή. Έχουν υπονομεύσει τη γέφυρα για να την ανατινάξουν και να εμποδίσουν την διέλευση των τανκς και των μηχανοκίνητων μονάδων των Ιταλών. Υπονόμευση έχει γίνει και σε άλλα γεφύρια και σημεία του δρόμου μέχρι το Χάνι Δελβινάκι.
Έρχεται ο Φριζής. Μπαίνει βιαστικά στη σκηνή και λέει:
«Κύριοι, Έχουμε πόλεμο από στιγμή σε στιγμή
Να πάτε στα τμήματά σας να εφαρμόσετε τα σχέδια διασποράς και σύμπτυξης».
Ο Ταγματάρχης Αλεβιζάτος, έχει στα χέρια του μια φωτογραφία με την οικογένειά του, που είχε πάρει τις τελευταίες μέρες. Είναι η γυναίκα του, η μητέρα του και οι δυό κόρες του νήπια.
Τον βλέπει ο Φριζής και του λέει:
«Έ Τζαννή, σε βλέπω συλλογισμένο, φοβάσαι τον πόλεμο;»
«Όχι κύριε. Διοικητά, δεν τον φοβάμαι, αλλά να, κοιτάζω τα παιδιά μου στη φωτογραφία και σκέπτομαι αν θα τα ξαναδώ».
«Μήπως εγώ δεν τα σκέπτομαι τα δικά μου αν θα τα ξαναδώ;»
Και οι δυό είχαν κοινή μοίρα
Σκοτώθηκαν σε λίγες μέρες. Στις 19/11 ο Αλεβιζάτος στη Βήσσανη και στις 5 Δεκεμβρίου ο Φριζής στην Πρεμετή
Είναι οι δυό πρώτοι ανώτεροι αξιωματικοί που σκοτώ- νονται στον πόλεμο του 1940.
Και ασφαλώς και οι δυό κάπου σε μια τσέπη τους θα είχαν τη φωτογραφία των παιδιών τους.
Είναι μια άλλη σκηνή του πολέμου που δεν γράφτηκε
Η στιχομυθία αυτή των δύο αξιωματικών, την κρίσιμη εκείνη ώρα μέσα σε σκηνή εκστρατείας, διασώθηκε από τον έφεδρο αξιωματικό πυροβολικού Δημήτρη Αναγνώστου, σε τρεις χειρόγραφες σελίδες, που είναι σήμερα στα χέρια του ανιψιού του Νικολάου Αναγνώστου, κειμήλιο οικογενειακό αλλά και εθνικό.
27 Οκτωβρίου 1940, Κυριακή απόγευμα
Δυο γυναίκες από το χωριό Περιστέρι Πωγωνίου, επιστρέφουν από τον Παρακάλαμο με κάποιο φορτίο όσπρια. Περνάνε το βουνό Κασιδιάρη απόγευμα, με το τελευταίο φως της ημέρας, σχεδόν έχει σκοτεινιάσει.
Κατεβαίνοντας τον Κασιδιάρη βλέπουν στον κάμπο της Δερόπολης πολλά φώτα από αυτοκίνητα. «Είναι σαν λαμπαδοφορία» λένε στο χωριό που γυρίζουν. Οι Ιταλοί ετοιμάζονται. Σε λίγες ώρες το χωριό θα ζήσει την δική του τραγωδία του πολέμου.
* * *
28 Οκτωβρίου 1940
Είναι γνωστό ότι το πρωί, ώρα 3:30, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, επιδίδει το τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά για την είσοδο Ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα από την 6η πρωϊνή. Εισπράττει το πρώτο ΟΧΙ
Λίγο αργότερα χτυπάει το τηλέφωνο του Φριζή στο Χάνι Δελβινάκι και ενημερώνεται για την κήρυξη πόλεμου. Ο Φριζής σηκώνεται, χτυπάει τη διπλανή πόρτα που είναι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Παν. Μπέτζιος από το Βασιλικό Πωγωνίου με τον Πολυχρονιάδη.
«Θα ήταν πολύ πρωΐ, νύχτα ακόμη, όταν άκουσα ένα δυνατό μπαμ-μπαμ στη πόρτα. Και άκουσα:
«Παναγιώτη ξύπνα», φώναζε ο Φριζής. Είμασταν στο Χάνι Δελβινάκι στη Διοίκηση του Ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου. Είχαμε τα δωμάτια δίπλα, χαρτοπαίζαμε από βραδύς περιμένοντας, και αργήσαμε να κοιμηθούμε. Πετάχτηκα κι εγώ επάνω. Μου λέει ένας συγκάτοικος Πολυχρονιάδης, δάσκαλος που ήταν και αυτός έφεδρος: «Τι διάολο, μας έπιασαν;».
Ήταν πολύ πρωϊ. Τρεις, τρισήμισυ, τέσσερεις το πρωϊ. Έχω την γνώμη ότι είχε κυκλοφορήσει ότι τον πήραν από την Αθήνα ο ίδιος ο Μεταξάς. Λοιπόν, πετάχτηκα επάνω, ντύθηκα γρήγορα και πήγα μέσα και χαιρέτησα.
Μου λέει, «κατέβασε το χέρι, κάθισε στην καρέκλα». Πήγα να καθίσω: «Βγάλε το καπέλο, κάθισε εκεί» μου λέει: «Ετοίμασε, έβγα έξω, έχουμε πόλεμο»
Λέω: «Πόλεμο;»
Λέει: «Ναι, τι; φαίνεται περίεργο; Πόλεμο με τους Ιταλούς. Με πήραν από την Αθήνα και μου είπαν για την ανατίναξη της γέφυρας»
Εννοούσε του Γκόλα το γεφύρι. Είχαμε εκεί έναν Πελλένη Κλέαρχο, αξιωματικό του Μηχανικού, από το Ζαγόρι. Είχε εκεί μία ομάδα στρατιωτών του Μηχανικού Η γέφυρα ήταν υπονομευμένη από πριν. Στις 26 του μηνός, του Αγίου Δημητρίου, πήγα εγώ στην Κακαβιά στο φυλάκιο. Είχα και ένα αυτοκίνητο στη διάθεσή μου, μια Bedford κι είχαμε εκεί έναν υπολοχαγό στη διμοιρία της Κακαβιάς, ελέγετο Καραμπάτσης Δημήτριος και μου λέει ο Φριζής:
«Τώρα να βγείς να ετοιμάσεις όλους»
Ξύπνησα τους άλλους αξιωματικούς και όταν επέστρεψα μου λέει μια στιγμή:
«Να πας στην Πωγωνιανή»
Του λέω: «Τι να κάνω κύριε συνταγματάρχα;»
«Θα πας αντιασφυξιογόνες προσωπίδες» μου λέει, είχαμε εκεί απέναντι στης Καραγιάννως το σπίτι.
Του λέω «Δεν πάω, σκιάζομαι να πάω»
«Ξέρεις τι θα πει δεν πάω;», μου λέει
Του λέω «δεν πάω»
«Πρέπει να σε βγάλω να σε τουφεκίσω» μου λέει, «τι θα πει φοβάσαι, φοβούνται οι αξιωματικοί;». Κι έβρεχε έξω και ήταν ακόμη νύχτα.
«Κύριε συνταγματάρχα πού να πάω;»
Με κοίταξε καλά και μου λέει:
«Τώρα κοίταξε καλά τι γίνεται έξω»
Του λέω, «όλοι ετοιμάστηκαν»
Έ, μ’ αυτές τις κινήσεις επροσήγγιζε η ώρα. Με ξαναφώναξε, δεν άκουγε και καλά, ήταν βαρύκοος, ο καημένος και μου λέει:
«Πάρε το τηλέφωνο για να δίνεις οδηγίες και εντολές»
Η ώρα του πολέμου που περίμεναν όλοι, έφθασε…
Στο Χάνι σημαίνει συναγερμός. Όλοι γνωρίζουν τι θα κάνουν. Η Διοίκηση του Τάγματος μετακινείται αμέσως στον Άγιο Αθανάσιο Δελβινακίου, εναλλακτική θέση, όπου είναι όλα έτοιμα, χαιρετάει στρατιωτικά, ακόμη και με όλες τις γραμμές επικοινωνίας προετοιμασμένες.
Μέσα στην ένταση και την πολεμική ατμόσφαιρα εμφανίζεται στην έδρα του Τάγματος ο ταγματάρχης του Πυροβολικου Κωστάκης, έφιππος, με κράνος στερεωμένο με υποσιάγωνο. Στην παρουσία του στον Φριζή, στηρίζεται στους αναβολείς όρθιος πάνω στο άλογο, χαιρετάει στρατιωτικά και αναφέρεται λέγοντας: «κύριε διοικητά είμαι εδώ έτοιμος να εισβάλω» και ο Φριζής του απαντά: «άστα αυτά Κωστάκη τώρα μάζεψε τα κανόνια σου και πήγαινέ τα στο Καλπάκι»
Η μοίρα ορεινού πυροβολικού του Κωστάκη ήταν αναπτυγμένη στη λίμνη Ζαραβίνας. Μια πυροβολαρχία ήταν δίπλα στο στρατόπεδο της Διοίκησης του Τάγματος Δελβιναίου με τρία πυροβόλα κοντά στο σπίτι της Καραγιάνως και ένα αντιαρματικό πυροβόλο, απέναντι στο πλάϊ της Ρονίτσας. Συγκλονιστικοί οι διάλογοι στο γραφείο του Φριζή. Διάλογοι αρχείου Ιστορίας που δεν γράφτηκαν στα επίσημα έγγραφα. Οι διάλογοι και η αφήγηση αυτή του Έφεδρου ανθυπολοχαγού Παναγιώτη Μπέτζιου από μαγνητοφώνηση.
* * *
27 Oκτωβρίου 1940, ώρα 5 πρωί.
Οι μονάδες σε συναγερμό ετοιμότητας
Τα τμήματα αμέσως μετακινήθηκαν σε εναλλακτικές θέσεις διασποράς και ετοιμάζονται για τη σύμπτυξη στην αμυντική γραμμή Καλπακίου, σύμφωνα με τις οδηγίες.
Στο γραφείο του αντισυνταγματάρχη Φριζή στο τηλεφωνικό κέντρο ο ανθυπολοχαγός. Παναγιώτης. Μπέτζιος ευρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με όλα τα τμήματα που μετακινούνται σε εναλλακτικές θέσεις και ετοιμάζουν τις κινήσεις σύμπτυξης. Ο Φριζής έχει την έγνοια για τη γέφυρα του Γκόλα πλησίον στην Κακαβιά.
Ο Φριζής μονολογεί: «Θα κάνουν τίποτε αυτοί οι θεατρίνοι ή κάνουν θέατρο και θα μου χρεώσουν οι Ρωμιοί τη γέφυρα; Με έχουν καταστήσει προσωπικά υπεύθυνο». «Παναγιώτη επικοινώνησε με τον Πελλένη να είναι έτοιμος»
Πελλένης: «Τι έτοιμος; Τους ακούω που έρχονται τα μηχανοκίνητα και οι μοτοσυκλέτες».
«Δώσε μου τον Πελλένη»
«Κλέαρχε θέλει να σου μιλήσει ο διοικητής προσωπικά»
Πελλένης: «Ακούω τα τανκς που έρχονται»
Και τότε ο Παναγιώτης Μπέτζιος ακούει τον Φριζή να λέει στον Πελλένη: «Παιδί μου κάνε το σταυρό σου και πυροδότησε»
Η μεγάλη ώρα, η μεγάλη στιγμή, η απόφαση του ηγέτη. Μου το επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Πελλένης στα τελευταία χρόνια της ζωής του που είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω, λέγοντας με υπερηφάνεια: «Έκανα το σταυρό μου και άναψα τα φιτίλια»
Και σείστηκε ο τόπος, και ακούστηκε η έκρηξη σε όλο το Πωγώνι και τα τμήματα του Ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου. Σαν εγερτήριο σάλπισμα.
Είναι το πρώτο πολεμικό ΟΧΙ
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ώρα έξι παρά πέντε
Εκεί, στη γέφυρα του Γκόλα, του Πωγωνίου, στον προμαχώνα του Έθνους!
Ο μονόλογος και οι διάλογοι του Φριζή μέσα στο γραφείο του είναι από μαγνητοφωνημένη μαρτυρία του έφεδρου αξιωματικού Παναγιώτη Μπέτζιου στο σπίτι του.
* * *
28 Οκτωβρίου 1940, πρωί, στο Βασιλικό
Η γιαγιά ξεπροβοδάει τους επίστρατους που φεύγουν για τις μονάδες τους, σταυροκοπιέται και προσεύχεται:
«Παναγιά μου βόηθα τα παιδιά, κάνε καλό καιρό να πολεμήσουν»
Και μια άλλη γιαγιά στο Αργυροχώρι Πωγωνίου, στην άλλη άκρη του Πωγωνίου, δίπλα στα σύνορα, μαθαίνοντας ότι οι στρατιώτες που ήταν στο εκεί φυλάκιο έφυγαν, έλεγε: «Αχ τα παλιόπαιδα δεν κάθισαν να πολεμήσουν».
Δεν γνώριζε ότι ήταν διαταγή να συμπτυχθούν.
Πού βρήκαν αυτές οι Πωγωνήσιες γιαγιάδες, αυτή την τραγική στιγμή, το μεγαλείο ψυχής, σφυρηλατημένο μέσα από την Ιστορία του Γένους;
Σε λίγες μέρες, η Βέμπο και όλη η Ελλάδα θα τραγουδάει
«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά
Στη γλυκιά Παναγιά προσευχόμαστε όλες»
Την πρώτη προσευχή την έκανε, στην πρώτη γραμμή, τις πρώτες ώρες του πολέμου η γιαγιά του Βασιλικού
Η καταγραφή αυτή αποτελεί μία αντιπροσωπευτική περιγραφή της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο Τάγμα Δελβινακίου τις πρώτες ώρες τις πρώτες μέρες που δεν αναφέρονται στα επίσημα δελτία και έγγραφα της Ιστορίας.