Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, ενός νέου ανθρώπου 54 ετών, στα χέρια κάποιας γιατρού και οπωσδήποτε μέσα σ’ ένα επίσημο παθολογικό ιατρείο, κάτω από απαράδεκτες συνθήκες, προκάλεσε, ως γνωστόν, συγκίνηση και οργή σε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, ο οποίος συγκεντρώθηκε την προηγούμενη κιόλας ημέρα από την ταφή στους δρόμους γύρω από τον I. Ν. της Αγίας Τριάδας Νίκαιας, όπου η σορός του Γιώργου μεταφέρθηκε μετά τις 19:30 (13/9/26) για την προγραμματισμένη ολονύκτια αγρυπνία και το λαϊκό προσκύνημα, καθώς και από τη συρροή πολύ μεγάλου πλήθους κόσμου την επόμενη ημέρα, την ημέρα της ταφής του.
Ωστόσο πρέπει να ειπωθεί ότι τα λάθη των δύο, βασικά, γιατρών για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη αναδείχθηκαν, γιατί διαπράχθηκαν εις βάρος ενός επώνυμου ανθρώπου και πολύ αγαπητού στον κόσμο. Το ερώτημα που εύλογα εγείρεται: είναι τι γίνεται με τα λάθη των γιατρών - αναπόφευκτα ή μη, άγνωστο - που διαπράττονται εις βάρος απλών ανθρώπων. Η απάντηση είναι: τίποτε απολύτως. Κι όμως οι γιατροί έχουν μεγάλη δύναμη και να σώσουν έναν άνθρωπο - και είναι χιλιάδες και εκατομμύρια ανθρώπων αυτοί που σώζονται καθημερινά από τους γιατρούς - αλλά και να θάψουν έναν άνθρωπο. Αυτοί οι τελευταίοι γιατροί, θα μας απασχολήσουν στο σύντομο αυτό άρθρο.
Η αναφορά στον όρκο του Ιπποκράτη (Κως ±460 - Λάρισα ±370) γίνεται, γιατί ο Όρκος ο ίδιος συνιστά ένα σημαντικό, λίγο εκτενές για όρκο, κείμενο, που φέρει το όνομα του Ιπποκράτη και γράφτηκε από τον ίδιο ή έναν μαθητή του και όπου ο Ιπποκράτης κάνει μια κατάθεση ψυχής, έχοντας συνείδηση του δύσκολου έρχου που αναλάμβανε και γι’ αυτό εν μέρει ο όρκος σε όλους τους θεούς - και πρώτα απ’ όλους στον Απόλλωνα - που πιστευόταν ότι προστατεύουν την υγεία. Θέλει μ’ αυτόν τον τρόπο και το όλο περιεχόμενο του όρκου να δείξει ότι θα πράξει το πάν, προκειμένου του έργο του να συνεχιστεί και μετά τα χρόνια της δικής του ζωής.
Αυτός προσπάθησε, εν μέσω μυρίων δυσχερειών, να θεμελιώσει μια ιατρική, όσο μπορούσε πιο ορθολογική και επιστημονική, έχοντας ωστόσο υπ’ όψιν του και τις ιατρικές απόψεις που περιλαμβάνονταν στην προσωκρατική σκέψη ή φιλοσοφία (7/6ος - 4ος αι. π. X.), απόψεις που συχνά τον κρατούσαν δέσμιο, αλλά ο ίδιος αγωνιζόταν να ξεπεράσει όσες ο ίδιος, καλώς ή κακώς, έκρινε αστήρικτες ή και απαράδεκτες, με βάση τη δική του λογική και εμπειρία. Έτσι έγινε και θεωρείται ο θεμελιωτής μιας κάποιας επιστημονικότερης από την έως τότε ιατρικής, η οποία, με το έργο χιλιάδων συνεχιστών του έως σήμερα, έφθασε στο σημερινό επίπεδο. Αλλά η βελτίωσή της συνεχίζεται και θα συνεχίζεται, όσο υπάρχουν άνθρωποι, γιατί το ανθρώπινο σώμα είναι ευάλωτο και στις γνωστές ασθένειες και σε άλλες πρωτοεμφανιζόμενες ή γνωστές μεν αλλά υπό άλλη μορφή.
Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα ήταν χρήσιμο, αν όλοι οι γιατροί τον μελετούσαν τον όρκο του Ιπποκράτη, διότι θα συνειδητοποιούσαν καλύτερα τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το επάγγελμα τους - καλύτερα δε η αποστολή τους.
Οι τελειόφοιτοι των έξι ελληνικών ιατρικών σχολών δίνουν κατά την τελετή της ορκωμοσίας όρκο, που ποικίλλει από Σχολή σε Σχολή, αποκαλούμενο όρκο του Ιπποκράτη, γιατί περιλαμβάνει στοιχεία, περισσότερα ή λιγότερα, από τον πραγματικό όρκο του Ιπποκράτη, ο οποίος μάλλον σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι αυτούσιος. Δύναται όμως κάθε ορκιζόμενος, όπως ακριβώς συμβαίνει σε πλείστες άλλες ορκωμοσίες, να δώσει τον θρησκευτικό όρκο, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού στο δύσκολο έργο του, ή τον πολιτικό όρκο, διαβεβαίωση δηλαδή στην τιμή και τη συνείδησή του. Παρά τη βασική αυτή διαφορά τίποτε δεν εξασφαλίζει, όπως άλλωστε και σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις, στις οποίες οι αναλαμβάνοντες υπηρεσία δίνουν όρκο, ότι ο ορκιζόμενος γιατρός θα επιτελεί το έργο του, όσο καλύτερα μπορεί και εκ των πραγμάτων επιβάλλεται.
Για όλους τους γιατρούς, ως επαγγελματίες πια, στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, ισχύει, όπως και για όλον τον άλλο πληθυσμό, μια γενική αρχή της λογικής: όλες οι γενικές προτάσεις είναι ψευδείς, εκτός από μια: όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. Αυτό σημαίνει ότι και οι γιατροί, όπως και όλοι οι άλλοι άνθρωποι, μπορεί να είναι καλοί ή κακοί, υπό την έννοια καλοί λόγω των γνώσεων και της ικανότητάς τους, αλλά και της τήρησης των κανόνων της ηθικής, ή το αντίθετο.
Αλλά προτού προχωρήσουμε, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι ιατρικά λάθη γίνονται σε όλες τις χώρες του κόσμου, πολλά μάλιστα, όπως βέβαια και κατά την άσκηση κάθε επαγγέλματος ή εργασίας, αλλά λόγω της σοβαρότητας και των πολλών συνεπειών που ενδέχεται να έχουν τα ιατρικά λάθη, δεν πρέπει να γίνονται από αμέλεια ή άλλον δυνάμενο να προβλεφθεί λόγο. Άλλωστε πάντοτε υπάρχει μια θεμιτή και ευπρόσδεκτη από τους άλλους λύση: Δεν μπορώ, δυστυχώς απευθυνθείτε αλλού.
Μετά από αυτή τη μικρή υπόμνηση επανερχόμαστε στη συνέχιση της έκθεσης των απόψεων επί του θέματος που εξετάζουμε. Αν λοιπόν ένας γιατρός εργάζεται ως ιδιώτης, οφείλει να αρκείται στην προβλεπόμενη αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρέχει. Αν ο θεραπευθείς πράγματι ή θεωρών ότι θεραπεύθηκε, επιμένει, μπορεί να δέχεται ένα μικρό φιλοδώρημα. Ο όρκος τους όμως, θρησκευτικός ή πολιτικός, δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση απαίτηση καταβολής επιπλέον αμοιβής και μάλιστα υπέρογκης, όταν μάλιστα ο ασθενής δεν μπορεί να καταβάλει το επιπλέον απαιτούμενο χρηματικό ποσό. Παρέλκει να επισημάνω ότι στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για γιατρούς επιόρκους με όλη τη σημασία της λέξης.
Αυτά τα αναφέρω, γιατί γνωρίζω πολύ καλά περιπτώσεις για εξωφρενικές απαιτήσεις. Η χειρότερη απ’ όσες πολύ καλά έχω στο νου μου - και ζητώ συγγνώμη που την αναφέρω - είναι η περίπτωση επώνυμου και πάμπλουτου γιατρού (πριν από αρκετές δεκαετίες στη Θεσσαλονίκη), ο οποίος απαίτησε από μια ασθενή, από διπλανό χωριό προς το δικό μου στην επαρχία Βισαλτίας, και την οποία χειρούργησε, ένα πραγματικά υπέρογκο ποσό, κι όταν εκείνη είπε ότι δεν είχε, ο γιατρός της πρότεινε να πωλήσει κανένα διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, διαμέρισμα όμως που εκείνη δεν διέθετε. Αν τώρα ένας γιατρός εργάζεται στον δημόσιο τομέα οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του στους ασθενείς χωρίς καμία απολύτως επιβάρυνσή τους.
Αν οι μισθοί των γιατρών δεν είναι τέτοιοι που έπρεπε να είναι, οφείλουν οι γιατροί να ζητήσουν αύξηση από τον εργοδότη τους, το κράτος. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση, μικρή ή μεγάλη, καταβολής επιπλέον αμοιβής, συνιστά επιορκία.
Μεγαλύτερη όμως και ασυγχώρητη επιορκία συνιστά η περίπτωση ενός γιατρού, ο οποίος εργάζεται στον δημόσιο τομέα και, ενώ γράφει σε βιβλίο του ότι μια πάθηση (η οποία στην πρώτη συνάντηση του γνωστοποιήθηκε με κάθε λεπτομέρεια), θεραπεύεται με δύο τρόπους, δύο θεραπείες, αυτός εφαρμόζει μόνο τον έναν τρόπο, τον εύκολο μάλιστα, και αποφεύγει τον άλλον, που ενδέχεται να είναι ο πιο ενδεδειγμένος ή συνδυαστικά και τους δύο τρόπους, και ενώ διαπιστώνει ότι ο τρόπος που εφαρμόζει δεν αποδίδει, επιμένει σ’ αυτόν, ούτε ενημερώνει κανέναν ότι ο ίδιος αδυνατεί, αδιαφορώντας μάλιστα και σε περίπτωση που ο ασθενής του είναι ένας νέος άνθρωπος, του οποίου το μέλλον διακυβεύεται από την πορεία της ασθενείας του. Αυτόν τον νέο οι γονείς του ή, πιθανώς, στενοί συγγενείς του τον εμπιστεύτηκαν σ’ αυτόν τον γιατρό, πιστεύοντας ότι λόγω της θέσης που κατέχει ή της γνώμης που επικρατεί γι’ αυτόν είναι ο πιο κατάλληλος και άξιος του ονόματος του γιατρού. Κι όμως αυτός με όλα τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ο χειρότερος επίορκος γιατρός, χειρότερος, τολμώ να πω, κι από εκείνον που πρότεινε στη φτωχή ασθενή την πώληση του σπιτιού της (σπιτιού όμως όντως ανύπαρκτου) για την καταβολή του ποσού που εκείνος απαιτούσε. Τουλάχιστον εκείνος, χειρουργώντας την, την θεράπευσε και την έσωσε.
Θα ήταν ωστόσο εντελώς αδικαιολόγητη παράλειψη να μην αναφερθεί ότι κάποιοι από την κατηγορία των τελευταίων επίορκων γιατρών, ασχέτως του ότι η εξέταση του ασθενούς ή των ασθενών γινόταν μέσα στον δημόσιο χώρο, όπου εκείνοι εργάζονταν, ποτέ δεν έλαβαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, επιπλέον αμοιβή για τον χρόνο που διέθεταν, ενδέχεται και επί χρόνια.
Πάλι όμως αναρωτιέμαι τι ήταν χειρότερο για τον ασθενή ή τους ασθενείς που κατέστρεψαν να πληρώνουν την οφειλόμενη αμοιβή ή να καταστραφεί για πάντα η ζωή τους. Η απάντηση η δική μου, αν και δεν μου πέφτει λόγος, είναι ανεπιφύλακτα το δεύτερο.