Της Ημέρας

Καλή σχολική χρονιά!

Μ’ ένα τρελό κουδούνισμα, άναρχα εκκωφαντικό, χαρμόσυνο, αρχίζουν όλα. Σε πρώτο πλάνο ο αυλόγυρος του Δημοτικού Σχολείου. Τσούρμο τα μεγαλύτερα παιδιά ξανασμίγουν μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, με τρεξίματα, χαρούμενες τσιρίδες, σημάδια αναγνώρισης, κι άλλα παιδιά να συρρέουν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, μαζί με τις μανάδες τους, τα μικρότερα.

 

11 Σεπ 2026 • 09:44
Καλή σχολική χρονιά!

Καλοπλυμένα, καλοσιδερωμένα τα περισσότερα, «κολόνια φτέρης», αγορασμένη χύμα στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπαίνουν γρήγορα σε σειρά, κατά τις υποδείξεις των δασκάλων. Τα μικρότερα μπερδεύονται, τελικώς τα καταφέρνουν. Είναι τα πρωτάκια αυτά. Καμιά δεκαριά δεν λένε να ξεκολλήσουν απ’ τις μανάδες τους, άλλα βουβά κι άλλα μυξοκλαίνε: «Όχι, δεν θέλω, πάμε σπίτι μας, να φύγουμε, να φύγουμε».

Συμπλήρωμα απαραίτητο οι λογής πλανόδιοι μικροπωλητές έξω απ’ τον περίβολο του σχολείου. Η πλημμυρίδα από μπλε ποδιές με το άσπρο γιακαδάκι στα χρόνια μας, ο χαιρετιστήριος λόγος του Διευθυντή, που κανείς δεν ακούει.

Η εναρκτήρια μέρα στο Δημοτικό, με ξυσμένο μολύβι πρώτα κι ύστερα με μελάνι και κονδυλοφόρο, που απ’ την αρχόμενη δεκαετία του ’60 ήρθε κι έγινε στυλό διαρκείας, ήταν η μόνη μέρα της σχολικής χρονιάς που κρατούσε μέρες.

Ωσότου έβγαιναν τα στερεότυπα θέματα της έκθεσης στις μεγαλύτερες τάξεις: «Η επιστροφή στα θρανία», «Πώς πέρασα το καλοκαίρι», «Η πρώτη μέρα στο σχολείο».

Θυμόσαστε το ποίημα του Τέλλου Άγρα; «Τόση βιάση και σπουδή / Για πού πας, καλό παιδί; / Κίνησες νωρίς-νωρίς / και τρεχάτο προχωρείς», ρωτούσε ο ανώνυμος διαβάτης. Και τα παιδιά απαντάνε: «Να σταθώ, δεν ευκαιρώ / γιατί πάω στο φτερό / και πού πάω να σου πω; / Στο σχολείο μου π’ αγαπώ».

Ποιος από την εποχή τη δική μου δεν θυμάται το «καθαρό παιδάκι», τον υποδειγματικό μαθητή που άκουγε στο όνομα Θανασάκης, γιος της κυρίας Αμαλίας, κι ήταν αυτός που μας έμπαζε με μικρομέγαλη σοβαρότητα στη Δευτέρα Δημοτικού, αποσπώντας μας απ’ την περυσινή ανέμελη συντροφιά του Μίμη, της Λόλας, της Έλλης, της Άννας και του Γκίκα;

Πεντακάθαρος ο Θανασάκης, επιμελής και ευσεβής, χαρούμενος και ένα σωρό ακόμη αρετές και προτερήματα. Ατσαλάκωτο πρότυπο ο Θανασάκης, που, όσο κι αν προσπαθούσαμε, όλο και του υπολειπόμασταν σε κάτι.Κάπου εδώ η αυλαία πέφτει, καλύπτοντας ανάλαφρα την πρώτη ημέρα στη μάθηση, τον αυλόγυρο του Δημοτικού, το βομβίζον παιδομάνι. 

Ποιος δεν θυμάται το παλιό μας το Σχολειό στα χωριά μας, με τους ήρωες του Εικοσιένα, τότε στον διάδρομο σε σειρά, απόμακρους και συνάμα οικείους, μακρυμάλληδες σαν τους αρχαίους προγόνους, να μας καλωσορίζουν κάθε χρονιά απ’ τις κορνίζες τους με ένα αδιόρατο νεύμα της κεφαλής;

Και μας παρέπεμπαν όλοι μαζί, με νόημα, στη γνωστή υποθήκη του Σολωμού, που είχε χαραχθεί σε μαρμαρόπλακα εντοιχισμένη πάνω απ’ το ανώφλι της εισόδου: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα νιώσεις κάθε είδους μεγαλείο», έλεγε εκείνη η βαρύγδουπη υποθήκη, με την οποία όλα τα πρωτάκια ασκούσαμε αυτόβουλα στα διαλείμματα το αναγνωστικό μας μένος, ώσπου την κατακτήσαμε μια μέρα δίχως κομπιαστικούς συλλαβισμούς.

Αυτά είναι της εποχής μου. Νοσταλγός της «Αλφαβήτας», που μοσχοβολούσε ξυσμένο μολύβι, γομολάστιχα, σουσαμοκούλουρο, καρυδόπιτα και καραμέλες Τσάρλεστον. Όταν μετακομίσαμε από το χωριό στα Γιάννινα, πήγαινα σχολείο στο Καπλάνειο. Δεν γνώριζα κανένα παιδί και έπιασα μια άκρη και παρακολουθούσα. Κάποια στιγμή αντίκρισα μια γνωστή φυσιογνωμία. Ήταν ο Θωμάς ο Νούσιας, ο γνωστός δημοσιογράφος, που ήμασταν γείτονες, δίπλα - δίπλα τα σπίτια μας, και αναθάρρησα.

 

Η φτώχεια δεν μου επέτρεπε να φοράω τη μπλε ποδιά με το λευκό γιακαδάκι —θα μου κάλυπτε και τα μπαλώματα που είχα στο πίσω μέρος του παντελονιού— παρ’ όλο που τη ζήλευα. Η μαθητική μας ζωή ήταν όπως την περιγράφει ο Θωμάς στο «Χαρτί και Καλαμάρι» στο Facebook. 

Εκείνο που θυμάμαι είναι όταν, την πρώτη μέρα, έδωσα το γραπτό μου στη δασκάλα μου, την Γκορτζή. Μου είπε: «Κοίταξε τι όμορφα γράμματα κάνουν τα άλλα τα παιδάκια, ενώ τα δικά σου είναι ορνιθοσκαλίσματα». Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα τόσο άσχημα, που από τότε όχι μόνο κάνω ωραία γράμματα, αλλά και καλλιγραφικά. 

Κλείνω με ένα δικό μου ποίημα για την αρχή της σχολικής χρονιάς.

Νέα σχολική χρονιά αρχίζει

Το κουδούνι θα χτυπήσει

και θ’ ανοίξει το σχολείο

Αχ και ποιος θα ξυπνήσει

μετά από τόσο τεμπελειό

Πρόσωπα αγουροξυπνημένα

με γέλια και ξεφωνητά

με τις σάκες φορτωμένα

και τα πρωτάκια μ’ αναφιλητά

Νέα σχολική χρονιά προβάλλει

και όλοι αρχίζουν πάλι

τρέχουν παππούδες και γονιοί 

σ’ αγώνα δρόμου και αυτοί

Καλή χρονιά παιδάκια

κι’ από μένα μια ευχή 

να μάθετε γραμματάκια

η δύναμη της Ελλάδας 

είναι μόνο αυτή.

(Μέτσοβο)

Γιάννης Τσόδουλος

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.