Κάθε απόβραδο, όλες τις ημέρες του 15/Αύγουστου, οι παρακλήσεις προς την Παναγία μού θυμίζουν τους Εσπερινούς που βίωσα, αλλά και τον Εσπερινό του ποιητή Λάμπρου Πορφύρα:
«Βουβές ψυχές θλιμμένες
και τ’ απόβραδο/
προσμένουν το Χριστό από πέρα/
Κι εκείνος έρχεται και σκύβει στις ψυχές που τον προσμένουν, σιγά, πονετικά…/
Εκεί στα ερημοκλήσια που γκρεμίζονται/
θλιμμένες Παναγίες, χλωμές εικόνες/
και μοναχά αγαπάνε τ’ αγριολούλουδα/
Ανοίγει η πόρτα έτσι όπου συνήθισε
να την ανοίγει ο αγέρας/
σάμπως την ανοίγει η Παναγιά/
με την ανησυχία γλυκιάς μητέρας/
χαροκαμένης γριάς που τη λησμόνησαν/
και προσμένει κάποιοι να ’ρθουν…»
Ένα θέμα αγαπητό στους λυρικούς ποιητές, ζωγράφους, με μελαγχολική διάθεση, που φέρνει μαζί του τον αέρα του μυστηρίου και της παράξενης ομορφιάς, που συγχέεται με τη συγκίνηση της ψυχής την ώρα αυτή, που τελειώνει η μέρα με τη δημιουργική ζωή της.
Επηρεασμένος ο ποιητής από τη μελαγχολική ατμόσφαιρα του Εσπερινού, βλέπει και τις ανθρώπινες ψυχές βουβές και θλιμμένες. Είναι η ώρα που τελειώνουν οι ανθρώπινες εργασίες και οι ψυχές θυμούνται τον Θεό. Κουρασμένες τον καλούν κοντά τους και δεν κάνουν τον κόπο ν’ αναρωτηθούν από πού θα ’ρθη. Κι ο Χριστός θα ’ρθη, δεν θα θελήσει να διακόψει το μυστήριο. Θα ’ρθη ‘’από πέρα’’, προχωρώντας μόνος ‘’στα έρμα μονοπάτια’’, αλλά όχι εγκαταλελειμμένος, ‘’τα ξερόφυλλα του στρώνουν χρυσά χαλιά’’. Λέξεις απλές, πλημμυρισμένες από μουσική έκφραση, την τρυφερή και σοβαρή οπτασία του Χριστού, που έρχεται χωρίς θόρυβο, με καλοσύνη, στο κάλεσμα των ψυχών.
Κι ανάμεσα σ’ εκείνες και στο Θεό, ο ποιητής τοποθετεί με αγάπη την αγνότητα της φύσης, που θα μπορούσε με τα χαρούμενα πουλιά της να Τον πλησιάσει. Και με τη σύνδεση φύσης και Θεού, τελειώνει με την επιστροφή των πουλιών.
Μας ξαναθυμίζει ότι θεατές αυτής της εσπερινής εικόνας και δέκτες του μυστηρίου της είναι οι ανθρώπινες ψυχές που, πίσω από την απόλαυση της ομορφιάς, ζητούν το Θεό τους. ‘’Κι Εκείνος έρχεται’’, γιατί του το ζήτησαν ‘’σιγά και πονετικά’’. ‘’Κι αργά τα σήμαντρα… σιγοσημαίνουν’’. Η συσχέτιση του Εσπερινού με την πραγματικότητα μέσα από τους ήχους της καμπάνας, του σήμαντρου, είναι όλη η έκφραση της ώρας του δειλινού, ασκώντας υποβολή στην ανθρώπινη ευαισθησία.
Αξέχαστα αυτά τα δειλινά με τους Εσπερινούς και τώρα, με τις παρακλήσεις των ημερών, μου θυμίζει το δειλινό που πέφτει ανάλαφρα, μενεξεδένιο χαμόγελο στις πλαγιές και τα ριζά των βουνών, τα μακρινά ρουμάνια ισκιώνουν και τα νερά χάνουν την κρυστάλλινη διαύγεια. Μονάχα τ’ απαλόσυρτο μουρμούρισμά τους γίνεται διάφανο και σιγοτραγουδάει σαν ασώπατο γλυκόλαλο στόμα. Κάποτε ηχολογούσαν οι φλογέρες των τσοπάνων, γυρίζοντας στη στρούγκα τα πρόβατά τους γι’ άρμεγμα, βελάσματα, γαυγίσματα. Τώρα ερημιά, λίγα γίδια κι αυτά λιγοστά.
Στα μέτωπα των απόκρημνων βράχων ακουμπά το βραδινό σύθαμπο και τους δίνει την όψη γιγάντων που στέκουν βουβοί, με κατεβασμένα τα δασιά τους φρύδια, θυμωμένοι κι αυτοί από την απέραντη σιωπή. Μια γλυκιά γαλήνη απλώνεται παντού, που παίρνει στα φτερά του το βραδινό αγέρι, για να γεμίσει τα πυκνά δάση και τις βαθιές ρεματιές με τη μυστηριακή σιωπή της.
Αν δεν ζεις κοντά στη φύση για να βιώνεις τέτοιες στιγμές, τότε φαντάσου χωριουδάκια που ’ναι γερμένα στις πράσινες πλαγιές, που σαν νυχτώνει τα φώτα των σπιτιών, όπως είναι κάπως αραιοκατοικημένα, μοιάζουν σαν κωλοφωτιές στο λόγγο σκορπισμένα. Ο μόχθος της καθημερινής ζωής απιθώνει τη γαλήνη κι αυτός ξαποσταίνει στην αγκαλιά του βουνού.
Κι ο Πορφύρας μιλά με τη φωτεινή και λίγο θλιμμένη ποίησή του γι’ αυτές τις μυστηριακές στιγμές του Εσπερινού και των παρακλήσεων. Στην άγια τούτη σιωπή, γλυκολάλητος φτερουγίζει ο αχός μιας καμπάνας ή ενός σήμαντρου, που τον παίρνει σε χίλιους αντίλαλους η πλαγιά και ανεβαίνει σιγά-σιγά προς τον ουρανό σαν τεφρογάλαζος καπνός του μοσχολίβανου, βραδινή προσευχή στο Δημιουργό. Όλα σκύβουν σε μια υπέρτατη δέηση. Νιώθω ευλογημένο τον εαυτό μου που έζησα τέτοιες στιγμές ανάτασης.
Στο εκκλησάκι τ’ Αη Λια, που στέκει αντίκρυ στη στρωτή πλαγιά, που στη γιορτή Του στήσαμε χορούς και γλέντια, μελισσολόι θαρρείς, συναγμένο, σταματούν οι σκέψεις των πιστών σε μια βουβή προσευχή.
Κι ο παπάς, σκυφτός από τα χρόνια, μπήκε στο φτωχό ξωκλήσι, ενώ το γλυκό σήμαντρο αργοσαλεύει με βαριά μουρμουρητά στα ροζιασμένα κλωνιά της γέρικης βελανιδιάς. Η πόρτα, σε κάθε άνοιγμα, άφηνε δυο τρεις στεναγμούς από τους χοντρούς αρμούς της. Μια μυρωδιά ξεχύθηκε από καμένο λιβάνι. Στο μισοσκόταδο σπιθοβολούσε τ’ ακοίμητο καντήλι κι ο Εσταυρωμένος, χλωμός, ακουμπάει τ’ άγιό Του κεφάλι στον Τίμιο Σταυρό. Οι μορφές των εικόνων, αχνοφωτισμένες, σε γλυκύτατο χαμόγελο, κι ο βραδινός ψαλμός ξεχυνόταν βάλσαμο στις καρδιές.
Τα γέρικα χείλη ψιθυρίζουν μπροστά στην Ωραία Πύλη τον Εσπερινό και τώρα την παράκληση, που μόλις ακουγόταν σαν εσώτατη ικεσία ψυχών. Κι όλη η μικρή εκκλησούλα πλημμυρίζει από την ταπεινή δέηση, π’ ανεβαίνει ως το θόλο του Παντοκράτορα: «Φως ιλαρόν αγίας δόξης».