Γιορτή του Προφήτη Ηλία τη Δευτέρα και στο Μέτσοβο έχουμε πανηγύρι. Πρωί - πρωί ανεβαίνουν μικροί και μεγάλοι στο ξωκλήσι για τη Θεία Λειτουργία και μετά, εκεί παραδίπλα, στην Κρύα Βρύση, μαζεύονται οι οικογένειες και ψήνουν, μέχρι ν' αρχίσει το γλέντι. Αμέτρητα είναι τα εκκλησάκια του Αϊ-Λιά στις κορφές των βουνών της πατρίδας μας, αφού ο Προφήτης Ηλίας, στη λαϊκή αντίληψη, αντικατέστησε τον Δία. Με όμοιο τρόπο και ο λαός μας έχει συνδέσει τον Προφήτη με τον καιρό: «Τ' Αη-Λιός γυρίζ' ο καιρός αλλιώς». Μόνο που φέτος θα έχουμε καύσωνα κι όχι βροχές και καταιγίδες· αυτές προηγήθηκαν.
Θυμήθηκα μια αληθινή ιστορία, που έχει σχέση με τον Αϊ-Λιά, από τα χρόνια εκείνα. Έφυγε μικρό παιδί, μετανάστης στην Αμερική, με τον θείο του, γιατί είχε μείνει ορφανός και από μάνα και από πατέρα, κι άλλα αδέρφια δεν είχε. Ξεκίνησαν πεζοπορία για να φτάσουν στα Γιάννινα και, όταν έφτασε στην τελευταία κορφή, γύρισε να δει το χωριό του για τελευταία φορά.
Εκεί, στην Αμερική, δούλεψε σκληρά. Όμως πρόκοψε, έκανε οικογένεια, αλλά το χωριό του δεν το ξέχασε και δεν έφυγε ποτέ από τη μνήμη του. Έτσι λοιπόν, όταν πια επέστρεψε στην πατρίδα και στο χωριό του, είπε να επισκεφθεί, ανήμερα της γιορτής, το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, ψηλά στην κορυφή του βουνού, γιατί είχε και το όνομά του· Ηλία τον λέγανε.
Αυτοκίνητο δεν πήγαινε. Έτσι ζήτησε από κάποιον συγχωριανό του ένα μουλάρι - να θυμηθεί και τα παιδικά του χρόνια - για να πάει ν' ανάψει ένα κερί.
- Δεν ξέρω αν θα βρεις το ξωκλήσι όρθιο. Χρόνια έχει να πατήσει άνθρωπος εκεί, του είπε ο συγχωριανός του. Θα 'χει γκρεμιστεί, τώρα κιόλας που δεν βγαίνουν τσοπάνηδες με τα κοπάδια τους ψηλά στα κορφοβούνια. Χαμένος κόπος.
Όμως ο μπάρμπα-Ηλίας το είχε τάμα από την Αμερική: όταν τον αξιώσει ο Θεός και φτάσει σε μεγάλη ηλικία, να γυρίσει στο χωριό και να επισκεφτεί το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, γιατί εκεί θυμόταν και το πανηγύρι που γινόταν. Ξεκίνησε λοιπόν, παίρνοντας τα απαραίτητα μαζί του, και πήρε τον δρόμο προς τη βουνοκορφή.
Προτού φτάσει στο ξωκλήσι, συνάντησε το εικονοστάσι στο σταυροδρόμι. Το θυμήθηκε από τότε που πήγαιναν στο πανηγύρι, μοναχό μέσα στην ερημιά, μ' απέλυκο λιθάρι. Όπως το είδε, σκέφτηκε πως το εικονοστάσι αυτό, αν και τώρα δεν το διαβαίνουν διαβάτες και τσοπάνηδες που το αντάμωναν άλλοτε στα δρομοκλάδια με τα ζωντανά τους, είχε συντροφιά το φωτόλουσμα της μέρας. Και φαντάστηκε πως τις νύχτες θα το λούζει η αστροφεγγιά.
Ξεκαβαλίκεψε, έψαξε ανάμεσα στις αράχνες και βρήκε το καντήλι. Έριξε λάδι, το άναψε και λόγια προσευχής βγήκαν από τα χείλη του. Αφού πήρε μια ανάσα, ξεκίνησε για το εκκλησάκι. Σε λίγο έφτασε. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του όταν το αντίκρισε. Μοναχό είχε απομείνει εκεί, ψηλά στη βουνοκορφή, το ξωκλήσι τ' Αϊ-Λιά. Με τα χρόνια, παρατημένο, είχε απομείνει ένα μόνο ορθοτοίχι και γύρω του λιθοσωροί. Ποιος ξέρει, αναρωτήθηκε, πόσοι κεραυνοί και αστροπελέκια το χτύπησαν ανελέητα!
Πλησίασε στα χαλάσματα και θωρεί σκυθρωπούς, όπως αχνοφαίνονταν, τους Αγίους στις αγιογραφίες, θλιμμένους από το θέαμα που αντίκριζαν κι εκείνοι.Κι ο Προφήτης Ηλίας, από την εικόνα του, κοιτάζει προς τον ουρανό και δεν γυρίζει μάτι πίσω να δει, στενοχωρημένος, μπορεί και θυμωμένος.
Στα απομεινάρια των ξυλοδεσιών και των εικόνων ακούς τους «σκληρούς τραγουδιστάς» του χρόνου, το σαράκι που κατατρώγει και τον άνθρωπο. Πεσμένος ο Σταυρός. Κανένας μάρτυρας. Λες και η λήθη των θνητών έριξε θανατικό. Η μόνη συντροφιά, τα γέρικα πουρνάρια και τα πλατάνια, που δέηση υψώνουν πράσινη, όπως και τα πυκνά αγριόχορτα κι αγριολούλουδα που σκεπάζουν τις αμέλειες των ανθρώπων.
Σκαρφαλωμένο θωρεί το αγιόκλημα, που αγκαλιάζει τ' απομεινάρια του εξωκλησιού τ' Αϊ-Λιά, απλώνοντας τα βλαστάρια του, κάνοντας τη δική του «λειτουργία» και το άρωμά του θυμίαμα στις αγιογραφίες, στέλνοντας «γητιάς» ασπασμούς σε κάθε φύσημα τ' αγέρα.
Σκυφτός ο γέροντας ποθεί γαληνεμό και λησμονιά. Βεργολιγάει το ανάστημά του. Ματιά στο απομεινάρι του Ιερού ρίχνει, στην κορυφή, με συγκίνηση, και θερμή προσευχή βγαίνει από τα χείλη του. Ανάβει ευλαβικά ένα κεράκι εκεί, στα χαλάσματα που απέμειναν.
Αυτές οι προσευχές του στον Προφήτη και στην Παναγιά τον βοήθησαν εκεί, στα ξένα, και έγινε επιχειρηματίας, με πολλούς στη δούλεψή του, που όμως δεν τους εκμεταλλεύτηκε. Ξάπλωσε κάτω από έναν πλάτανο να ξεκουραστεί, ήπιε νερό απ' την πηγή που έτρεχε από τότε, έφαγε και τον πήρε ο ύπνος.
Είδε ένα όνειρο που θα το θυμόταν μέχρι να πεθάνει: από τα χαλάσματα ξεπετάχτηκε, μέσα από την αγιογραφία, ο Προφήτης με το άρμα και τα άλογά του και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Ξύπνησε με ταραχή και είπε: «Είναι σημαδιακό το όνειρο. Θα ξαναχτίσω το εκκλησάκι και να μ' αξιώσει ο Θεός και ο Προφήτης, μόλις ολοκληρωθεί, να κάνω ένα πανηγύρι, όπως παλιά που ανεβαίναμε στη Χάρη του».
«Γι’ αυτό μη πάρεις πέτρα από ναό διαβάτη
αν ξαναχτίσουν το ναό, θα λείπει ένα κομμάτι… (Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ).
(Μέτσοβο)