Των Ημερών

Η χαρμολύπη της ζωής και του θανάτου…

Για να καταλάβει κανείς την ευαισθησία ενός λαού, πρέπει να τον γνωρίσει στη χαρά και στη λύπη του. Γιατί εκεί, ελεύθερη η ψυχή του ανθρώπου, αφήνει ασυγκράτητο τον πόνο και το συναισθηματικό της πλούτο, ξεσπώντας σε τραγούδι γιορταστικό ή σε μοιρολόγι.

Η χαρά και ο πόνος, το τραγούδι και ο θρήνος, το ξεφάντωμα και το μοιρολόγι εναλλάσσονται μέσα στον κύκλο της ζωής. Το μοιρολόγι (τραγούδι της μοίρας) είναι η παραδοχή του πεπρωμένου και του αναπόφευκτου θανάτου.

 

14 Αύγ 2026 • 09:27

Ο θάνατος είναι από τα πανάρχαια χρόνια αυτό που πιο πολύ δόνησε τον Έλληνα, γιατί ποτέ δεν τον νίκησε. Ακόμα κι όταν πάλεψε μαζί του, ο Διγενής ατρόμητος, στα μαρμαρένια αλώνια, ή όταν προσπάθησε, δίνοντάς του υπόσταση χώρου και χρόνου είτε πρόσωπο θεού, να τον εξευμενίσει, δεν μπόρεσε να τον συμβιβάσει στ’ ανθρώπινα μέτρα του. Η ανθρώπινη ψυχή, όταν το συνειδητοποίησε, όπως πάντα, στάθηκε όρθια. Και τι άλλο να κάνει; Τραγούδησε. Έδωσε στο θάνατο πρόσωπο. Τον έκανε σκυθρωπό καβαλάρη, που σέρνει πίσω του αρμαθιές τους λεβέντες. Του έδωσε το βασίλειο του Κάτω Κόσμου.

Από τους κομμούς της αρχαίας τραγωδίας, ξεκινάει η συνήθεια του θρήνου, με τη στάχτη στα μαλλιά και το κλάμα. Στο δημοτικό τραγούδι τα μοιρολόγια κλείνουν την αρχαία συνήθεια. Όσο κι αν επέδρασε η χριστιανική θρησκεία, δεν φαίνεται να άλλαξε τον τρόπο αντιμετώπισης του θανάτου. 

Είναι άδικος ο θάνατος; Ναι, λένε τα τραγούδια. Γιατί χωρίζει τους νιους που αγαπιούνται, παίρνει μικρά παιδιά από τις μάνες τους. Λένε πως μες στο μοιρολόγι συνυπάρχουν κι όλα τα άλλα είδη του δημοτικού τραγουδιού αρμονικά συνταιριασμένα. Κι αλήθεια. Μήπως τα τραγούδια της ξενιτιάς θρήνος δεν είναι; Αλλά και τα τραγούδια της αγάπης;

Ο πόνος δεν είναι αδυναμία. Το κλάμα δε φανερώνει δείλιασμα. Αρκεί να μπορέσει ο άνθρωπος απ’ τη θλίψη του να βγει δυνατότερος. Όταν φτάνει, λοιπόν, η στιγμή να χορέψει το χορό, τον πεντοζάλη ή τον πυρρίχιο, αντικριστά πάνω απ’ τα μνήματα, ο Έλληνας έχει νικήσει πια το θάνατο και τον εαυτό του.

* * * 

Κι ερχόμαστε στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τη μεγαλύτερη γιορτή του καλοκαιριού, που έχει όλα τα στοιχεία της χαρμολύπης. Στην ορθόδοξη θεολογική παράδοση, η Κοίμηση της Θεοτόκου δεν αντιμετωπίζεται με πένθος ή θλιβερά μοιρολόγια, αλλά ως πέρασμα στη ζωαρχική αθανασία και «Πάσχα του καλοκαιριού».

Το πιο γνωστό και διαδεδομένο δημοτικό μοιρολόγι της Παναγίας σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο είναι αυτό που ξεκινά με τον στίχο: «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα». Αν και ονομάζεται Μοιρολόγι της Παναγίας, δεν αναφέρεται στην Κοίμηση της ίδιας, αλλά στο θρήνο για τα Πάθη και τη Σταύρωση του Χριστού, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης ή το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, την ώρα που στολίζουν τον Επιτάφιο. 

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δεν θα ονομάσω, γράφει: «θάνατο την ιερή Σου μετάσταση, αλλά κοίμηση, ή εκδημία, ή μάλλον ενδημία, τούτο διότι, ενώ έφυγες από το σώμα (εξεδήμησες), τώρα πλέον ενδημείς στα καλλίτερα», όπου προφανώς εννοούνται τα άφθαρτα ουράνια.

Τα εγκώμια της Παναγίας μοιάζουν με τα Επιτάφια του Μεγάλου Σαββάτου, αλλά είναι γεμάτα ελπίδα και φως. Η γιορτή θεωρείται πανηγύρι και χαρά ανελάλητη για την ένωση με τον Υιό της. Στα δημοτικά τραγούδια και τα παραδοσιακά νανουρίσματα ή μοιρολόγια της Μεγάλης Εβδομάδος, η Παναγία θρηνεί τον Υιό της.

Η αγία εικόνα που παραθέτω είναι πολυπρόσωπη. Δεσπόζει το νεκρικό κρεβάτι, στολισμένο με πλούσια ποδέα, όπου συμβολίζει την Αγία Τράπεζα, και εκεί αναπαύεται η Παναγία με τα χέρια σταυρωμένα. Πίσω ακριβώς στέκεται ο Χριστός, κρατώντας ένα βρέφος φασκιωμένο με φωτοστέφανο, συμβολίζοντας την ψυχή της Παναγίας. Στην κορυφή ένα εξαπτέρυγο και, σε μονοχρωμία, τέσσερις άγγελοι που πλαισιώνουν το Χριστό.

Πάνω από τον Χριστό έχουν ανοίξει οι πύλες του ουρανού και φαίνονται δύο άγγελοι να σκύβουν με σκεπασμένα χέρια, για να πάρουν με τη σειρά τους την ψυχή της. Στην κεφαλή και στα πόδια του νεκρικού κρεβατιού είναι μαζεμένοι οι δώδεκα Απόστολοι, με εκφράσεις και στάσεις που δείχνουν βαθιά λύπη. Πιο πίσω είναι οι τρεις Ιεράρχες, με ανοιχτά βιβλία, και αριστερά, στο βάθος, θρηνούν τρεις γυναίκες. 

Σ’ όλα τα πρόσωπα διακρίνεται η θλίψη, ανάμικτη όμως με τη γλυκιά ελπίδα. Είναι η «χαρμολύπη», γνώρισμα των πιστών που ζουν με την προσμονή της Ανάστασης. Αυτό το βλέπουμε και στα τροπάρια της εορτής, που άλλοτε τονίζουν τον τρόμο και το δέος των Αποστόλων και άλλοτε τονίζουν τη χαρά τους με ψαλμούς και ύμνους.

 

Γιάννης Τσόδουλος

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.