Αναδρομές

Οι Βλάχοι παν στα χειμαδιά…

«Σαν παίρνω έναν κατήφορο στην άκρη το ποτάμι/ και το ποτάμι ήταν  θολό- θολό κατεβασμένο/σέρνει λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα/ σέρνει και μια γλυκομηλιά στα μήλα φορτωμένη/Άιντε ρούσα παπαδιά», λέει το τραγούδι…

 

16 Οκτ 2026 • 11:45
Οι Βλάχοι παν στα χειμαδιά…

Η θαμπάδα του πρωτοφθινόπωρου καιρού προκαλεί «τρανό» το δέος και σκορπίζει μια θλίψη, μιας και τα Τζουμέρκα θα στερηθούν των ηλιακών ασπασμών. Οι «Βλάχοι», τσοπαναραίοι, τσελιγκάδες -που ’χαν τα χίλια

πρόβατα, τα πεντακόσια γίδια-  κατηφορίζουν απ’ τις ορεινές περιοχές των Τζουμέρκων, προπομποί της εποχιακής αλλαγής. Επιστρέφουν στην απλωμένη αγκαλιά του κάμπου του ξεχειμαδιού.

Θα περιγράψω εικόνες που έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη  μου, νοσταλγικές.  Με τα «σέα» τους ροβολούσανε παίρνοντας το δρόμο για τα χειμαδιά. Στα «φορτιάρικα» τα σύνεργα του νοικοκυριού: προικιά, πουλερικά και «μαξούμια» στα μεσοσάμαρα, οι γυναίκες ζαλικομένες τις σαρμανίτσες στη θριαμβευτική πορεία του ξεσηκωμού και της φυγής.

Περίμεναν πρώτα να γίνει η εμποροζωοπανήγυρη στα Γιάννινα να ξεπουλήσουν τα μαλλιά από το κούρεμα του καλοκαιριού, που όλοι οι τσοπαναραίοι βοηθάνε, με τα χωρατά τους, τα τραγούδια και το φαγοπότι. Θα μου  μείνει αξέχαστη στο παζάρι  η φράση:  «Σαράντα το μαλλί και μη τ’ ανακατώνεις». Επίσης φλοκάτες (βελέντζες) πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες και σαμαροσκούτι.

Επίσης, θα πουλούσαν τα ζωντανά που δεν θα άντεχαν τη διαδρομή Τζουμέρκα - Άρτα –Πρέβεζα (τώρα ούτε παζάρι γίνεται, γιατί γίναμε… Ευρωπαίοι, ούτε πολλοί κτηνοτρόφοι και ζωντανά μείνανε, αλλά θα θυμίσω ωραίες βουκολικές στιγμές). Κινητή περιουσία τυλιγμένη με το βουνίσιο αγέρα και τη μοσχοβολιά, συνοδό των φρεσκοπλυμένων «σκουτιών» στα ρέματα και το Μαντάνι.

Τους έβλεπα εκείνα τα χρόνια να περνάνε, παιδάκι στο χωριό μου και τους χαζεύαμε στην άκρη του δρόμου με τα άλλα παιδιά και βάζαμε στοίχημα ποιος θα μετρήσει περισσότερα  πρόβατα. Οι τσοπαναραίοι μου φάνταζαν ψηλοί, λεβεντόκορμοι με παχιά μουστάκια και ροδοκόκκινα μάγουλα, με τις γκλίτσες στα χέρια οι γέροντες για αποκούμπι και οι νέοι στους ώμους που κρεμούσαν τα χέρια τους, Συρακιώτες και Καλαρρυκιώτες κυρίως, να διαβαίναν τον «Τζιαντέ» (δημοσιά) σαν κορδέλα μια κοινωνία με πατριαρχικές φαμίλιες, να χαίρονται όλοι τους την ισιοτοπιά, την ημεράδα του κατοικημένου τοπίου, που στηνόταν φιλικό κοντά τους.

Ώρες πολλές η περπατησιά. Συνεχής η εναλλαγή των παραστάσεων και ξωπίσω των γυναικόπαιδων, πεζές στη στράτα της βιοπάλης, νιές και μεσόκαιρες και άντρες, ενώ τ’ αθώα τετράποδα σκυφτοκέφαλα ακολουθούσαν.

Κάθε λίγο να σαλαγάνε τα ζωντανά οι τσοπαναραίοι με τη δική τους την βλάχικη διάλεκτο, να σφυρίζουν και στο άκουσμα και τα σκυλιά από κοντά να γαβγίζουν και αυτά και να “προγκίζουν” τα πρόβατα μόλις λοξοδρομούσαν. Περπατούσαν δίχως σταματημό και μόνο όπου έβρισκαν νερό σταματούσαν να ξεδιψάσουν τα ζώα και οι ίδιοι, γιατί ήταν μαθημένοι από το κρυσταλλένια νερά από τις βρύσες και τις πηγές, κάτω από βαθύσκιωτα δέντρα. Σαν τα βήματά τους μετρούν την απόσταση, ο νους νοσταλγικά τριγυρνά στις ρεματιές, τα δάση, τα νερά τα απόσκια που αποζητάν τους λάτρεις τους.

Μόλις λοιπόν ξεπεζεύανε στα χειμαδιά, βρίσκαν τις καλύβες τους και τα γρέκια οι τσοπάνηδες και τα σπίτια που ήταν κλειστά από την άνοιξη οι γυναίκες και οι νέες και όδευαν προς  το σχολείο τα μαθητούδια.  Οι  τσελιγκάδες αδερφωμένοι θα ξοδιάζουνε ευχάριστα το χρόνο της πεδινής παραμονής, στα μπακαλιά, τους καφενέδες και στις χαρούμενες στιγμές της  κοσμοαντάμωσης με γλέντια όπως έκαναν  στα πανηγύρια του χωριού. Θα κλείσουν και κανέναν αρραβώνα  μεταξύ τους όμως, να αυγατίσουν τα κοπάδια. Αισθάνονται τη διαφορά απ’ τη φυσιολατρική διακονία και τα ανθρώπινα έργα της πυκνοκατοικημένης πολιτείας.

Απ’ εδώ και πέρα θα ζήσουν σαν άνθρωποι, μέσα σε καλύβες, αλλά και μερικοί σε σπίτια, την πολυκοσμία θα την αισθανθούν με κοινωνικές σχέσεις. Δεν θα ’χουν τα ζουλάπια και τα στοιχειά να αντιμετωπίσουν. Άσχετα αν θα αντιμετωπίσουν άλλα «ζουλάπια» πιο επικίνδυνα  από τ ’αγρίμια του βουνού.

Ένας γέρος, θυμάμαι από το Συρράκο, μου είχε πει την εμπειρία του, όταν κατέβηκε  για πρώτη φορά απ’ τα βουνά στα χειμαδιά. Όπως θα ξέρετε εκείνα τα χρόνια οι τσοπάνηδες φορούσαν ρουχισμό μάλλινο, μέσα - έξω, χειμώνα - καλοκαίρι.

Έτσι λοιπόν κι ο μπάρμπα Πέτρος ο Γοργόλης, αμούστακο παιδί ακόμα περπάτησε πόσα μερόνυχτα να φτάσει στα χειμαδιά, στην Πρέβεζα που την αγνάντευε από ψηλά, όπως λέει και το τραγούδι του Βλαχοθανάση:

«Βγήκα ψηλά στα διάσελα μωρέ βλαχοθανάση 

κι αγνάντεψα την Πρέβεζα

 βλέπω τους κάμπους πράσινους 

Και τα βουνά γαλάζια».

Γύρω- τρογύρω θάλασσα…

   «Είχα ανάψει λέει από την αφόρητη ζέστη και έλεγα: πού θα βρω λίγο νερό, ενώ κοντεύαμε στην Πρέβεζα και πράγματι ξαφνικά απλώνεται μπροστά μου ολάκερη θάλασσα. Τρέχω γρήγορα να πιώ νερό. Γονατίζω και βάζω τις χούφτες μου και πίνω. Τί το ήθελα; Σάμπως ήξερα ότι το νερό  της θάλασσας ήταν αλατισμένο!».

*

Τώρα πια έχουν αλλάξει τα πράγματα, τα ζώα μεταφέρονται με τα φορτηγά και οι τσοπαναραίοι όλοι έχουν τροχοφόρα, όχι όπως τότε με τα μουλάρια φορτωμένα και με μέρες περπάτημα. Ακριβά κερδισμένη ζωή. Σ’ εμάς τους παλιότερους θα μείνουν αξέχαστες και νοσταλγικές εκείνες οι εποχές, οι αγνές και οι αθώες.

 

Γιάννης Τσόδουλος

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.