Αναδρομές

Η Μικρά Ασία στη σκακιέρα των Μεγάλων Δυνάμεων…

Η περίοδος 1919–1922 υπήρξε μία από τις κρισιμότερες καμπές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στα ερείπια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι νικήτριες δυνάμεις επιχείρησαν να χαράξουν έναν νέο πολιτικό χάρτη στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, βρέθηκε για μια στιγμή πιο κοντά από ποτέ στην πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Πίσω, όμως, από τις διακηρύξεις περί αυτοδιάθεσης και εθνικής δικαίωσης κρύβονταν οι σκληροί ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων.

 

28 Σεπ 2026 • 10:30

Η Μεγάλη Βρετανία υπήρξε η ευρωπαϊκή δύναμη που υποστήριξε περισσότερο τις ελληνικές διεκδικήσεις. Ο Λόυντ Τζορτζ έβλεπε στην Ελλάδα έναν χρήσιμο σύμμαχο για τη διατήρηση της βρετανικής επιρροής στα Στενά, στην Ανατολική Μεσόγειο και στις οδούς προς τη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 πραγματοποιήθηκε με συμμαχική έγκριση. Ωστόσο, η βρετανική ενθάρρυνση δεν συνοδεύτηκε ποτέ από ανάλογη στρατιωτική δέσμευση. Η υποστήριξη παρέμεινε πρωτίστως διπλωματική και εξαρτιόταν από τη διεθνή συγκυρία.

Η Γαλλία, αρχικά σύμμαχος της Ελλάδας στο πλαίσιο της Αντάντ, άρχισε σύντομα να επανεξετάζει τη στάση της. Τα μεγάλα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα στην πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι επενδύσεις και η επιθυμία διατήρησης επιρροής στη Συρία και την Κιλικία την έφερναν συχνά σε αντιπαράθεση με τη βρετανική πολιτική. Η Συμφωνία της Άγκυρας, τον Οκτώβριο του 1921, σφράγισε τη συνεννόηση της Γαλλίας με το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ και την αποχώρησή της από την Κιλικία. Αντίστοιχα, η Ιταλία, η οποία είχε προσχωρήσει στην Αντάντ το 1915, θεωρούσε ότι οι ελληνικές βλέψεις στη δυτική Μικρά Ασία απειλούσαν τις δικές της επιδιώξεις στην Αττάλεια και στη νοτιοδυτική Ανατολία. Η ελληνική παρουσία στη Σμύρνη όξυνε τον ελληνοϊταλικό ανταγωνισμό και ώθησε τη Ρώμη σε προσέγγιση με τους κεμαλικούς. Καθοριστική υπήρξε και η στάση της Σοβιετικής Ρωσίας. 

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, η μπολσεβικική κυβέρνηση αποχώρησε από τον πόλεμο με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ το 1918· δεν συμμάχησε, όμως, με τη Γερμανία, όπως συχνά λανθασμένα αναφέρεται. Παράλληλα, αντιμετώπιζε εχθρικά την επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ στη Ρωσία, στην οποία είχε συμμετάσχει και ελληνικό εκστρατευτικό σώμα το 1919. Έτσι, η Μόσχα βρήκε στον Κεμάλ έναν χρήσιμο αντιδυτικό εταίρο και του παρείχε σημαντική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια.

Απέναντι στην ελληνική προσπάθεια, το κεμαλικό κίνημα επιδίωξε την ανατροπή της Συνθήκης των Σεβρών και τη συγκρότηση ενός κυρίαρχου τουρκικού κράτους στην Ανατολία και την Ανατολική Θράκη. Ο Μουσταφά Κεμάλ αξιοποίησε με επιτυχία τις αντιθέσεις μεταξύ των Συμμάχων, συνδυάζοντας στρατιωτική αναδιοργάνωση και διπλωματική ευελιξία. Το Εθνικό Σύμφωνο, το Misak-ı Millî, εξέφραζε τις βασικές εδαφικές και πολιτικές επιδιώξεις του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.

Για την Ελλάδα, η Συνθήκη των Σεβρών τον Αύγουστο του 1920 φάνηκε ως διπλωματικός θρίαμβος. Προέβλεπε ελληνική διοίκηση στη ζώνη της Σμύρνης και σημαντικά εδαφικά κέρδη στην Ανατολική Θράκη. Όμως η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, η επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου και η μεταστροφή της Γαλλίας και της Ιταλίας αποδυνάμωσαν δραματικά τη διεθνή θέση της χώρας. Η νέα κυβέρνηση συνέχισε την εκστρατεία χωρίς την προηγούμενη συμμαχική στήριξη και το 1921 ο ελληνικός στρατός έφθασε μέχρι τον Σαγγάριο, χωρίς να επιτύχει την αποφασιστική νίκη. Το 1922 η μεγάλη κεμαλική αντεπίθεση προκάλεσε την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Η Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 καθόρισε το νέο ελληνοτουρκικό καθεστώς και επικύρωσε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, κλείνοντας ουσιαστικά τον κύκλο της ελληνικής Μεγάλης Ιδέας στη Μικρά Ασία.

Έναν αιώνα αργότερα, το βασικό δίδαγμα παραμένει επίκαιρο. Οι διεθνείς συμμαχίες δεν στηρίζονται μόνο σε ιστορικούς δεσμούς, συμπάθειες ή διακηρύξεις αρχών, αλλά κυρίως στη σύγκλιση συμφερόντων. Η Ανατολική Μεσόγειος εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί χώρο στρατηγικού ανταγωνισμού, ενεργειακών σχεδιασμών, θαλάσσιων οδών και γεωπολιτικών ισορροπιών. Η ιστορία του 1919–1922 υπενθυμίζει ότι για ένα μικρότερο κράτος η διπλωματία, η εσωτερική πολιτική σταθερότητα και η ρεαλιστική αποτίμηση των συμμαχιών είναι εξίσου σημαντικές με τη στρατιωτική ισχύ. Στη διεθνή πολιτική οι σύμμαχοι μπορεί να αλλάζουν· τα εθνικά συμφέροντα, όμως, σπάνια μένουν χωρίς υπεράσπιση.

Χάρης Παπαστεργίου

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.