Η επιλογή να μπει τέλος σε ένα καθεστώς όπου οι ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια συχνά δεν εκτίονται στην πράξη είναι θεμιτή και αναγκαία. Μια ευνομούμενη Πολιτεία οφείλει να στέλνει καθαρό μήνυμα πως οι δικαστικές αποφάσεις εφαρμόζονται και η ποινή δεν μπορεί να υπάρχει μόνο στα χαρτιά.
Όμως κάθε αυστηροποίηση έχει και τις συνέπειές της. Και εδώ αρχίζει το δύσκολο κομμάτι. Αν περισσότεροι καταδικασμένοι οδηγούνται στις φυλακές και αν οι ποινές εκτίονται πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό, τότε το κράτος οφείλει να διαθέτει και το σωφρονιστικό σύστημα που μπορεί να αντέξει αυτή την επιλογή. Και σήμερα αυτό κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι.
Οι ελληνικές φυλακές κουβαλούν προβλήματα δεκαετιών. Υπερπληθυσμός, γερασμένες εγκαταστάσεις, ελλείψεις προσωπικού, πίεση στις υπηρεσίες, ανεπαρκείς υποδομές και περιορισμένες δυνατότητες εκπαίδευσης και επανένταξης. Δεν πρόκειται για δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι η ουσία της σωφρονιστικής πολιτικής. Γιατί η φυλακή δεν μπορεί να είναι μια αποθήκη ανθρώπων.
Η Πολιτεία δεν ολοκληρώνει την αποστολή της τη στιγμή που κλείνει η πόρτα ενός κελιού. Εκεί ακριβώς ξεκινά μια άλλη, εξίσου σοβαρή υποχρέωση, αυτή της ασφαλής κράτησης, ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, υγειονομική φροντίδα, εκπαίδευση, εργασία και ουσιαστική προετοιμασία για την επόμενη ημέρα. Διαφορετικά, δεν μιλάμε για σωφρονισμό. Μιλάμε απλώς για εγκλεισμό.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Από τη μία αυστηροποιείται η ποινική πολιτική, περιορίζονται οι δυνατότητες αναστολής και αυξάνεται ο πραγματικός χρόνος έκτισης των ποινών. Από την άλλη, οι υποδομές καλούνται να σηκώσουν ένα ολοένα μεγαλύτερο βάρος. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Δεν γίνεται να αυξάνεις τις εισόδους στις φυλακές χωρίς να αυξάνεις ταυτόχρονα τις δυνατότητες του συστήματος να φυλάξει, να διαχειριστεί και τελικά να επανεντάξει όσους κρατούνται σε αυτές.
Οι εξαγγελίες για νέα σωφρονιστικά καταστήματα και εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων δομών είναι αναγκαίες. Όμως οι μακέτες, τα σχέδια και τα χρονοδιαγράμματα δεν αρκούν. Οι φυλακές χρειάζονται προσωπικό. Χρειάζονται σύγχρονες δομές. Και κυρίως χρειάζονται μια άλλη αντίληψη για το τι σημαίνει σωφρονισμός.
Γιατί η ασφάλεια της κοινωνίας δεν εξασφαλίζεται μόνο με περισσότερες καταδίκες και περισσότερα χρόνια πίσω από τα κάγκελα. Εξασφαλίζεται όταν εκείνος που θα βγει από τη φυλακή έχει περισσότερες πιθανότητες να μη γυρίσει ξανά σε αυτήν. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.
Ο καταδικασμένος οφείλει να εκτίει την ποινή που του επιβάλλει η Δικαιοσύνη. Καμία αμφιβολία. Αλλά και η Πολιτεία οφείλει να εκπληρώνει τη δική της υποχρέωση, να διαθέτει φυλακές ασφαλείς, ανθρώπινες και πραγματικά σωφρονιστικές.
Δεν μπορεί να απαιτεί αυστηρότητα από τα δικαστήρια και να απαντά με προχειρότητα στις φυλακές. Δεν μπορεί να μιλά για τέλος στην ατιμωρησία και ταυτόχρονα να αφήνει άλυτα επί χρόνια τα προβλήματα του σωφρονιστικού συστήματος.
Γιατί η αυστηρότητα χωρίς υποδομές δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι απλώς η μεταφορά του προβλήματος πίσω από κάγκελα. Και αν πράγματι θέλουμε ένα κράτος που εφαρμόζει τις ποινές του, τότε πρέπει επιτέλους να αποκτήσουμε και ένα κράτος ικανό να διαχειριστεί όσα ακολουθούν μετά την καταδίκη.
Η Δικαιοσύνη δεν τελειώνει στην αίθουσα του δικαστηρίου. Συνεχίζεται πίσω από την πόρτα της φυλακής. Και εκεί ακριβώς κρίνεται αν ένα κράτος είναι μόνο αυστηρό ή αν είναι και πραγματικά σοβαρό.