Αυτές τις μέρες διάβασα στον «Πρωϊνό Λόγο» μεταξύ των άλλων σχετικών δημοσιευμάτων, την εξώδικη απάντηση του Επισκόπου μας σε δημοσιεύματα της 21ης και 22ας Αυγούστου σχετικά με την οικονομική κατάσταση των ακινήτων των Αγαθοεργών Καταστημάτων Ιωαννίνων. Στα όργανα που διοικούν τα Ιδρύματα αυτά, προεδρεύει εκ του νόμου ο εκάστοτε Μητροπολίτης Ιωαννίνων.
Εύλογη η ευαισθησία του Επισκόπου μας να δώσει εξηγήσεις για την ασκηθείσα κριτική της διαχείρισης των περιουσιών των νομικών αυτών προσώπων και έπρεπε οι εξηγήσεις αυτές να είναι πλήρεις και όχι ελλιπείς. Δυστυχώς, η απάντηση δεν κάλυψε το πώς τα τρία σχολικά κτήρια είχαν περιέλθει στην εξουσία της Εθνικής Τραπέζης. Επίσης είναι δυσάρεστο γεγονός ότι η επιστολή αυτή διαπνέεται από πνεύμα κοσμικό και όχι Εκκλησιαστικό, που απογοητεύει ως προς αυτό, κάθε συνειδητό μέλος της Εκκλησίας που την διάβασε.
Εκείνο όμως που έφερε στην επιφάνεια η υπόθεση αυτή είναι ένα γενικότερο ζήτημα που χρήζει δημόσιου αναστοχασμού. Είναι το ζήτημα του πώς λειτουργούν οι φορείς των οργάνων της Εκκλησίας σε σχέση με το Τραπεζικό Σύστημα.
Η Εκκλησία μας σαφώς δεν αναγνωρίζει ως δίκαια πηγή εισοδήματος τον τόκο και αυτό προκύπτει: Α) Από τους κανόνες ΙΖ΄ της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου που απαγορεύει στους κληρικούς να δανείζουν με τόκο και επίσης ο Ι΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου που απαγορεύει την είσπραξη τόκων από Επίσκοπο, Πρεσβύτερο ή διάκονο. Β) Σαφέστερα βεβαίως αυτή η θέση προκύπτει και από τα κείμενα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Σημειώνω ότι ο μακαριστός π. Γ. Μεταλληνός έλεγε χαρακτηριστικά ότι Ορθοδοξία σημαίνει Πατερικότητα.
Για την οικονομία του χώρου περιορίζομαι στα κατωτέρω που τα θεωρώ όμως επαρκή. Να τι γράφει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο “Κατά τοκιζόντων”, δηλαδή των εμπορευομένων το χρήμα στην εποχή του: «Αργόσχολη και πλεονεκτική είναι η ζωή του τοκιστή… Γι΄ αλέτρι έχει την πέννα, για χωράφι το χαρτί, για σπόρο το μελάνι, για βροχή το χρόνο που του πολλαπλασιάζει αθόρυβα τους τόκους των χρημάτων. Δρεπάνι του είναι η δικαστική απαίτηση του χρέους, αλώνι το σπίτι του όπου λιανίζει τις περιουσίες των ευρισκόμενων σε οικονομική αδυναμία ανθρώπων… Σε έναν τέτοιο αξίζει βέβαια να ειπωθεί: Σταμάτα άνθρωπέ μου τις επικίνδυνες αυτές φροντίδες. Λυτρώσου από την εξουθενική προσδοκία του χρέους. Πρόσεξε μήπως κυνηγώντας τόκους, δαπανήσεις το πολύτιμο κεφάλαιο που είναι ο εαυτός σου».
Ας δούμε τώρα πώς λειτουργούν σήμερα τα όργανα της Εκκλησίας μας σε σχέση με την λειτουργία του Τραπεζικού Συστήματος. Η «Εκκλησιαστική Κεντρική Οικονομική Υπηρεσία (ΕΚΥΟ)», που συνεστήθη το 1998 ως Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, έχει τη διοίκηση και διαχείριση κάθε κινητής και αΰλου περιουσίας, η οποία ανήκει “κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν” εις το νομικόν πρόσωπον της Εκκλησίας της Ελλάδος όπως και η άσκησις κάθε άλλου δικαιώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Μονών και του καταργηθέντος Ο.Δ.Ε.Π. Τελεί υπό την άμεση εποπτείαν της Ιεράς Συνόδου.
Με επιφύλαξη για την αυστηρή ακρίβεια των κατωτέρω στοιχείων σημειώνω:Στην εφημερίδα "Το ΒΗΜΑ" της 24 Νοεμβρίου 2008 αναφέρεται ότι η Εκκλησία έχει και άυλη περιουσία συνισταμένη στην συμμετοχή της ως μετόχου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ότι κατείχε το 2008 αμέσως ή εμμέσως, μέσω κληροδοτημάτων, το 1,75% των μετοχών της ΕΤΕ, το οποίο αποτιμάτο από τη χρηματιστηριακή αγορά σε 21 δισ. δραχμές.
Στον οικονομικό απολογισμό της ΕΚΥΟ για το 2009 αναφέρεται: Ποσο 1.730.077 νέες μετοχές × 11,30 € = 19.549.870,10. Το 2008 έγιναν αγορές μετοχών με ποσόν >30 εκατ. ευρώ συνολικά. Ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος “είχε έγκριση από τη ΔΙΣ να αγοράσει” όταν η τιμή πέσει κάτω από 27 ευρώ, και τελικά η ΕΚΥΟ αγόρασε 1.600.000 μετοχές, όταν η τιμή ήταν περίπου 12 ευρώ.
Το 2009 μετέσχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΕ ύψους 1,25 δισ. ευρώ με το ποσόν περίπου 19,549 εκατ. ευρώ (2 νέες μετοχές ανά 9 παλαιές), προς 11,30 ευρώ. Στον οικονομικό απολογισμό της ΕΚΥΟ για το 2009 αναφέρεται: Η συμμετοχή έγινε με διαθέσιμα της ΕΚΥΟ, ενώ μέρος της ρευστότητας προήλθε από εκποίηση ακινήτων στη Βουλιαγμένη.
Το 2010 η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε στις 5 Οκτωβρίου 2010 να ασκήσει το δικαίωμά της και να συμμετάσχει στην ΑΜΚ της ΕΤΕ και «διά δανεισμού» και μετέσχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΕ με το ποσό των περίπου 54 εκατ. ευρώ (27 εκατ. δάνειο από Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και περίπου 27 εκατ. ίδια διαθέσιμα).
Το 2013 μετέσχε στην ανακεφαλαιοποίηση της ΕΤΕ με το ποσό των 2.402.400 ευρώ (Αγορά 560.000 νέων μετοχών, με ταυτόχρονη πώληση 560.000 παλαιών).Η Εκκλησία, πούλησε 560.000 παλαιές μετοχές προς 4,32 ευρώ, εισπράττοντας 2.419.200 ευρώ και ταυτόχρονα αγόρασε 560.000 νέες μετοχές προς 4,29 ευρώ, αξίας 2.402.400 ευρώ. Είχε κέρδος 16.800 ευρώ από τη διαφορά των δύο τιμών. Το 2015 στην τελευταία ανακεφαλαιοποίηση της ΕΤΕ δεν προκύπτει συμμετοχή της Εκκλησίας.
Επομένως, κάθε πιστός, ως μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, καλόπιστα μπορεί να παίρνει θέση ως προς την ορθοπραξία των Επισκόπων μας, των μελών της Ιεραρχίας. Δυστυχώς οι ανωτέρω περιγραφείσες χρηματιστηριακές πράξεις αποδεικνύουν από τα αποτελέσματα ότι όχι μόνο ήταν οικονομικά επιζήμιες, αλλά θεωρώ χρέος μου να το επισημάνω, ότι είναι αντίθετες με την χριστιανική διδασκαλία όπως αποδεικνύεται με όσα ήδη ανωτέρω εκτίθενται.