Η ιστορία της Ελλάδας από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα είναι μια διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Παράλληλα, όμως, είναι και μια ιστορία διχασμών, αυταρχισμού, δικτατοριών, πολιτικής βίας και πολέμων. Χρειάζεται εξαρχής μια ιστορική διευκρίνιση: ο φασισμός, ως συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, εμφανίστηκε στην Ευρώπη στις αρχές του 20ού αιώνα. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομική καταστροφή, η κοινωνική ανασφάλεια και η πολιτική πόλωση δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Η Ελλάδα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από το ευρωπαϊκό αυταρχικό κλίμα. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, από το 1936, ανέστειλε βασικές πολιτικές ελευθερίες, επέβαλε λογοκρισία, διώξεις πολιτικών αντιπάλων και δημιούργησε ένα έντονα αυταρχικό πολιτικό σύστημα, με ορισμένα στοιχεία που επηρεάζονταν από τη φασιστική πολιτική κουλτούρα. Το καθεστώς όμως δεν ταυτιζόταν απόλυτα με τον ιταλικό φασισμό ή τον γερμανικό ναζισμό.
Το πρώτο μεγάλο πλήγμα του φασισμού εναντίον της Ελλάδας ήρθε στις 28 Οκτωβρίου 1940. Η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι επιτέθηκε στην Ελλάδα. Ο ελληνικός στρατός όχι μόνο απέκρουσε την επίθεση αλλά προχώρησε βαθιά μέσα στην Αλβανία. Η αποτυχία της Ιταλίας οδήγησε τελικά στη γερμανική επέμβαση τον Απρίλιο του 1941. Ακολούθησε η κατοχή της Ελλάδας από τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Η Κατοχή υπήρξε μία από τις πιο τραγικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Πείνα, εκτελέσεις, βασανιστήρια, καταστροφές χωριών, λεηλασίες και μαζικές συλλήψεις σημάδεψαν την καθημερινότητα του ελληνικού λαού.
Στις 10 Ιουνίου 1944, στο Δίστομο, γερμανικές δυνάμεις προχώρησαν σε μία από τις πιο φρικτές σφαγές αμάχων στην Ελλάδα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά δολοφονήθηκαν, ενώ το χωριό καταστράφηκε. Στις 3 Οκτωβρίου 1943 οι Λιγκιάδες κάηκαν από την γερμανική ορεινή μεραρχία Εντελβάις, ενώ παράλληλα οι ναζί σκότωσαν κατοίκους μεταξύ των οποίων παιδιά , γυναίκες και ηλικιωμένους. Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, στα Καλάβρυτα, γερμανικές δυνάμεις εκτέλεσαν εκατοντάδες άνδρες και αγόρια της περιοχής. Ανάλογα εγκλήματα διαπράχθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας. Η λογική των αντιποίνων ήταν χαρακτηριστική της ναζιστικής κατοχικής πολιτικής.
Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ναζισμού στην Ελλάδα ήταν η εξόντωση των εβραϊκών κοινοτήτων. Πριν από τον πόλεμο ζούσαν στην Ελλάδα περίπου 72.000 Εβραίοι. Μετά την κατοχή, οι ναζιστικές αρχές προχώρησαν στη συστηματική καταδίωξη, γκετοποίηση, εκτόπιση και δολοφονία τους. Ιδιαίτερα τραγική ήταν η μοίρα της Θεσσαλονίκης, όπου υπήρχε μία από τις σημαντικότερες εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης. Συνολικά, μέχρι το τέλος της Κατοχής, σχεδόν 60.000 Έλληνες Εβραίοι είχαν δολοφονηθεί στο Ολοκαύτωμα. Το έγκλημα αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης βίας. Ήταν τμήμα μιας οργανωμένης, συστηματικής και ιδεολογικά θεμελιωμένης πολιτικής εξόντωσης.
Η απελευθέρωση της Ελλάδας το 1944 δεν σήμανε το τέλος της βίας. Ο Εμφύλιος Πόλεμος, από το 1946 έως το 1949, άφησε βαθιές πληγές στην ελληνική κοινωνία. Η χώρα εισήλθε στη μεταπολεμική περίοδο με έντονο πολιτικό διχασμό, φόβο και αντικομμουνισμό. Η δημοκρατική ομαλότητα παρέμενε εύθραυστη. Στις 21 Απριλίου 1967, μια ομάδα αξιωματικών κατέλαβε την εξουσία και εγκαθίδρυσε στρατιωτική δικτατορία. Το καθεστώς κατάργησε τις δημοκρατικές ελευθερίες, επέβαλε λογοκρισία, προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις και εξορίες και χρησιμοποίησε βασανιστήρια εναντίον πολιτικών αντιπάλων. Η δικτατορία κατέρρευσε τον Ιούλιο του 1974 και η Ελλάδα εισήλθε στην περίοδο της Μεταπολίτευσης.
Η αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν εξαφάνισε τις ακραίες ιδεολογίες. Ιδιαίτερα κατά την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010, η κοινωνική ανασφάλεια και η πολιτική πόλωση δημιούργησαν συνθήκες μέσα στις οποίες ενισχύθηκαν ακροδεξιά και νεοναζιστικά μορφώματα. Η Χρυσή Αυγή αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η δράση της συνδέθηκε με βίαιες επιθέσεις, ρατσιστική βία και πολιτική τρομοκράτηση. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από μέλη της αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο θέλουν να επιβάλουν τις απόψεις τους.
Η δικαστική απόφαση του 2020 που έκρινε την ηγεσία και στελέχη της εγκληματικής οργάνωσης αποτέλεσε σημαντικό σταθμό για το ελληνικό κράτος δικαίου. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο φασισμός δεν ανήκει αποκλειστικά στα βιβλία της ιστορίας. Μπορεί να επανεμφανιστεί όταν η κοινωνία επιτρέψει στον φόβο, στο μίσος και στην πολιτική βία που θα αντικαταστήσουν τον διάλογο και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Γι’ αυτό και όλοι αυτοί που σήμερα πανηγυρίζουν για την αποφυλάκιση του Κασιδιάρη θα πρέπει να μελετήσουν πρώτα τα ιστορικά γεγονότα και τα δεινά που επέφερε όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο ο φασισμός, πριν πάρουν την τελική τους απόφαση στην κάλπη.
Να θυμόμαστε τα εγκλήματα του ναζισμού όχι για να καλλιεργούμε μίσος απέναντι σε έναν ολόκληρο λαό, αλλά για να καταδικάζουμε μια εγκληματική ιδεολογία. Να θυμόμαστε τα θύματα για να υπερασπιζόμαστε τους ζωντανούς. Και να υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία πριν χρειαστεί ξανά να την ανακτήσουμε. Γιατί η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί όμως να επαναληφθεί όταν οι κοινωνίες ξεχνούν.