Σ’ αυτό το σπίτι, που βλέπετε στο βάθος του κύκλου της φωτογραφίας (στο γύρισμα του σημειώματος), πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Νικόλαος Ζωσιμάς, ο μόνος επιζών από τα μέλη της Ζωσιμαίας Αδελφότητας, μετά τον θάνατο του Ζώη Ζωσιμά, το 1827. Βρισκόταν στη Νίζνα της Ουκρανίας. Σήμερα δεν υπάρχει πια και η φωτογραφία που μας προσφέρθηκε, μαζί με άλλο πλούσιοαρχειακό και μνημειακό υλικό, από τον Διευθυντή του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου της Νίζνας, Αλεξάντερ Μορόζοφ, λαμπρό ερευνητή, στον οποίο οφείλουμε το πλούσιο αρχειακό υλικό για τους Ηπειρώτες Εθνικούς Ευεργέτες που έζησαν και έδρασαν στη Νίζνα.
Πρόκειται για κραυγαλέο φιλέλληνα και συντελεστή —σε συνεργασία με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου μας, Χρήστο Λασκαρίδη, και τον Σύνδεσμό μας— της αδελφοποίησης των Ιωαννίνων με τη Νίζνα και της δημιουργίας της ελληνοουκρανικής φιλίας.
Σ’ αυτό το σπίτι ο Νικόλαος Ζωσιμάς, για λογαριασμό της Ζωσιμαίας Αδελφότητας, στην οποία ανήκε η κοινή περιουσία των Ζωσιμάδων, έλαβε τις μεγάλες αποφάσεις, με τις οποίες οι Ζωσιμάδες —συνεχίζοντας το ανεπανάληπτο αγαθοεργό έργο τους στην πρώτη και στις δεύτερες πατρίδες τους (Λιβόρνο, Νίζνα, Μόσχα και Πετρούπολη)— αναδείχθηκαν Μεγάλοι Εθνικοί Ευεργέτες, πραγματικοί «Μαικήνες» του Νεοελληνικού Έθνους και συντελεστές της προόδου της τότε γνωστής ανθρωπότητας.
Από εκεί αλληλογραφούσε με τον Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, και πρόθυμα ανταποκρινόταν σε όλα τα αιτήματά του. Εκεί συγκέντρωσε όλο το πλούσιο υλικό της Νομισματικής Συλλογής, την οποία είχε συγκροτήσει ο Ζώης Ζωσιμάς, τη συσκεύασε κατά τρόπο ασφαλή και την έστειλε στην Ελλάδα, για να αποτελέσει μέρος του υλικού του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών, ενός από τα τελειότερα Μουσεία του κόσμου.
Εκεί, στις 18 Μαρτίου 1841, ένα έτος πριν από τον θάνατό του, συνέταξε, ως «μόνος, νόμιμος και τέλειος κληρονόμος της κοινής και αμέριστης περιουσίας», την περίφημη διαθήκη του, με την οποία αποφάσισε τα ακόλουθα: «Αποκαθιστώ Γενικούς Επιτρόπους μου, πληρεξούσιους διοικητές της παρούσας διαθήκης μου, και μόνους εκπληρωτές αυτής, τους προσφιλέστατους Κωνσταντίνο Πασχάλη, Νικόλαο Πάτσιμάδη και Αντώνιο Κομψόπουλο. Εάν από τους παραπάνω λείψει ένας ή δύο, παρακαλώ το Γραικικό Μαγιστράτο της Νίζνας να διορίζει στη θέση τους ομογενείς της Μόσχας, κατά προτίμηση δε από τους συμπατριώτες μου Γιαννιώτες. (Άρθρο Α) Παρακαλώ τους Γενικούς Επιτρόπους μου να μεταφέρουν όλα τα χρηματικά μου κεφάλαια στο Ελληνικό Κράτος, εάν ήθελε συσταθεί και εκεί θησαυροφυλάκιο βάσιμο και τακτικό».
Ιδρύθηκε πράγματι, αμέσως μετά, από τον Ηπειρώτη και συγγενή του Γεώργιο Σταύρου, η Εθνική Τράπεζα. Τα χρήματα όλα μεταφέρθηκαν στην Εθνική Τράπεζα και κατατέθηκαν εκεί, σύμφωνα με τη βούλησή του, «αιώνια και αναφαίρετα στο όνομα των καταστημάτων τα οποία περιλαμβάνονται σ’ αυτήν τη διαθήκη». (Άρθρο Δ). Πρόκειται για τα έξι Αγαθοεργά Καταστήματα, τα οποία ιδρύθηκαν και λειτούργησαν στα Γιάννινα, για τα οποία κατέθεσε συγκεκριμένο ποσόν μετοχών για το καθένα. Είναι:
- Η Ελληνική —Ζωσιμαία— Σχολή Ιωαννίνων (ποσοστό μετοχών 34,12%, το μεγαλύτερο, για να καλύπτονται, σύμφωνα με τη διαθήκη, τα έξοδα λειτουργίας της Σχολής, η αγορά βιβλίων για τους μαθητές, «να γίνεται η εξέταση στην πρόοδο των μαθητών και να δίνεται ένα βραβείο, σε κάθε μαθητή, ανάλογο με την επίδοσή του, κατά το παράδειγμα της φωτισμένης Ευρώπης»).
- Το Νοσοκομείο Ιωαννίνων (6,06%).
- Προικοδοτήσεις πτωχών κορασίων (11,70%).
- Υπέρ πτωχών οικογενειών (18,66%).
- Υπέρ Γηροκομείου (21,03%).
- Υπέρ φυλακισμένων (8,43%).
Τα χρήματα που κατατέθηκαν τελικά ήταν 611 μετοχές, επί μετοχικού κεφαλαίου 4.000 μετοχών. Ο Νικόλαος Ζωσιμάς ήταν ο πρώτος και μεγαλύτερος μέτοχος. Γι’ αυτό η Γενική Συνέλευση των Μετόχων, με ομόφωνο ψήφισμά της, τον ανακήρυξε «επίτιμο, ισόβιο διοικητή της Τραπέζης». Αμέσως δε μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, το 1913, προς τιμήν του Νικόλαου Ζωσιμά και του Γεωργίου Σταύρου, η Εθνική Τράπεζα ίδρυσε στα Γιάννινα παράρτημα, με το σκεπτικό που διατυπώθηκε επίσημα ότι η Τράπεζα αυτή είναι ένα «Ηπειρωτικό Ίδρυμα».
Στο ακροτελεύτιο δε άρθρο της Διαθήκης του Ν. Ζωσιμά διαβάζουμε: «Αυτή είναι η κύρια και καθολική διαθήκη μου, για να έχει την ισχύ και το κύρος σε κάθε καιρό και τόπο, ώστε κανένας άνθρωπος ούτε όσα διέταξα να τα ανατρέπει ή να παρεμποδίζει με οποιαδήποτε αιτία και πρόφαση».
Διαβάζεις αυτή τη Διαθήκη και τη νιώθεις ως μια εθνική παρακαταθήκη, ως μια «κατηγορική προσταγή» του Καντ, που μας επιβάλλει: στη μεγάλη αρετή της Ευεργεσίας να υψώνουμε, καθολικά και ανυστερόβουλα, την εξίσου μεγάλη αρετή της ευγνωμοσύνης και να μεταφυτεύουμε στην ψυχή μας τις δικές της προτροπές και παραινέσεις.
Αυθόρμητα τότε ανασύρεται στη μνήμη σου το διαφωτιστικό μήνυμα που μας στέλνει ο Ξενοφών, μέσα από το έργο του «Κύρου Παιδεία», το οποίο αναφέρεται στην εκπαίδευση των νέων της Περσίας και στο οποίο γράφει: «Οι μεν δη παίδες, εις τα διδασκαλεία φοιτώντες, διάγουσι μανθάνοντες δικαιοσύνην· και ον αν γνώσι δυνάμενον μεν χάριν αποδιδόναι (= να αποδίδει ευγνωμοσύνη στην ευεργεσία), μη αποδιδόντα δε, τούτον ισχυρώς κολάζουσι· οίονται γαρ τους αχαρίστους και περί γονέας και περί πατρίδος και φίλους, μάλιστα αν αμελώς έχειν, έπεσθαι δε δομεί μάλιστα τη αχαριστία ή αναισχυντία· και γαρ αύτη μεγίστη δοκεί είναι επί πάντα τα αισχρά ηγεμών».
Σ’ αυτό, λοιπόν, το σπίτι γράφτηκε ένα μέρος της ιστορίας του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, που αναγνώρισε τους Ζωσιμάδες ως τους πραγματικούς «Μαικήνες» του.