Γνώμες

Η ανιστόρητη Ούρσουλα και ο ελληνικός αμοραλισμός…

Ανήκουμε σε μια χώρα η οποία, ήδη από τα χρόνια της κλασικής αρχαιότητας, με κύρια όπλα την Παιδεία και τον Λόγο, ανέδειξε την πιο όμορφη απ’ όλες τις μορφές, τη μορφή του ανθρώπου, θεώρησε τον άνθρωπο αρχή και τέλος κάθε γνήσιας πολιτιστικής δημιουργίας και δημιούργησε έναν πολιτισμό καθαρά ανθρωπιστικό, του οποίου ο πυρήνας αποτελεί τη βάση όλων των πολιτισμών της ανθρωπότητας. 

 

14 Οκτ 2026 • 11:37

Μας τα είπε τις προάλλες ο Ρούμπιο και, ανεξάρτητα αν ο ίδιος τα πίστευε, απευθυνόταν σε Έλληνες πολιτικούς που είχαν άγρια μεσάνυχτα γύρω απ’ αυτά που έλεγε για δημοκρατία, για αριστεία και για πολιτικό ήθος. Όμως, δεν είχε περάσει ούτε μισός αιώνας από το ξέσπασμα του Εικοσιένα, που μας χάρισε τη λευτεριά, και το μεγάλο δίδαγμά του δεν ήταν παρά μια ωχρή ανάμνηση, καθώς στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή του τόπου η αρρώστια ήταν βαριά. Αδιαφορία προς όλους και προς όλα. 

Έλειπε η συστηματική αφύπνιση της κοινής συνείδησης, κυριαρχούσε παντού η πολιτική συναλλαγή, αυτή η ωχρή κηλίδα του δημόσιου βίου της χώρας, και τα υποδείγματα του σύγχρονου ελληνικού βίου, όπως αποτυπώνονται στις σελίδες της επίσημης ειδησεογραφίας, ήταν τόσο αποκρουστικά, ώστε κανένας άνθρωπος με γνώση και με συναίσθηση ευθύνης δεν είχε το δικαίωμα να τα χρησιμοποιήσει. Και όταν το φαρμάκι αυτό της κοινής αδιαφορίας προσφέρεται, σε μικρές και προσεκτικά κανονισμένες δόσεις, ανεπαίσθητα επέρχεται η μόνιμη απόκτηση της ανοσίας σε αυτό το δηλητήριο και γίνεται συνηθισμένη κατάσταση.

Ζήσαμε αυτή την κατάσταση και στα μέσα του 20ού αιώνα. «Εδώ στην Ελλάδα», έγραφε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος στον καθημερινό Τύπο, «αισθάνεσαι την ανάγκη ολοένα να τρίβεις τα μάτια σου, καθώς αντικρίζεις τους άδειους και τους κούφιους σε περίβλεπτους θώκους· είναι πλασμένοι από τη γλοιώδη ουσία της μέδουσας και ως μέδουσες επιπλέουν σε μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να σέβεται την αξία, αλλά την επιτηδειότητα. Αν αξίζεις τίποτε, κερδίζεις πολλά· αν αξίζεις πολύ, είσαι χαμένος».

Μήπως, όμως, και στα χρόνια της Μεταπολίτευσης η κατάσταση βελτιώθηκε στον βαθμό που κάποιος θα ανέμενε; «Ύστερα από ορισμένες αναλαμπές κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, οι νέοι κατασκευαστές ιδεών και πολιτικών, ανιχνεύοντας πλέον τον τρίτο δρόμο προς τον καπιταλισμό, μετατράπηκαν σε αποϊδεολογικοποιημένους τεχνοκράτες της εξουσίας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, γέμισε η πολιτική ζωή από αμοραλιστές, αρριβίστες και τυχοδιώκτες», με συνέπεια «η μελαγχολική μας δημοκρατία των καναλαρχών και των μεγαλοεργολάβων, σε συνδυασμό με την καταθλιπτική πλανητική κυριαρχία των πολυεθνικών ολιγοπωλιακών γιγάντων, των τραπεζιτών και των χρηματιστών, να συνθέτουν μια ζοφερή εικόνα για το παρόν και ιδίως για το μέλλον».

Έτσι φτάσαμε στις μέρες μας σε μια ψυχολογική κατάσταση που ελάχιστα διέφερε από «τη συλλογική σχιζοφρένεια», καθώς πολίτες και πολιτικοί εκποιούσαμε στους ξένους και ιδιαίτερα στους «φίλους» μας, τους Ευρωπαίους, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, όχι μόνο στον τομέα τον οικονομικό, αλλά και σε ό,τι συνιστά και εμπεριέχεται στη μακραίωνη εθνική και πολιτιστική μας ζωή. Και τώρα ήρθε η ώρα και πληρώνουμε. 

Μόλις προχθές, η απερίγραπτη και ανιστόρητη Γερμανίδα Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, που κρατάει στα χέρια της τις τύχες της απολίτιστης Ευρωπαϊκής Ένωσης, «χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ», από την έδρα του σλαβισμού —τα Σκόπια— πληροφόρησε τους ομοίους της στην Ευρώπη πως «ο μακεδονικός πολιτισμός και η μακεδονική γλώσσα μπορούν να κάνουν την Ένωσή μας πλουσιότερη». Και αυτή η ανιστόρητη δήλωση έγινε τη στιγμή που ο πρώτος πρόεδρος των Σκοπίων, ο Γκλιγκόροφ, με την ειλικρίνεια που τον διέκρινε, είχε επίσημα διακηρύξει ότι: «Εμείς είμαστε Σλάβοι, ήρθαμε σ’ αυτά τα μέρη τον 5ο και 6ο μ.Χ. αιώνα και δεν έχουμε καμιά σχέση με τη μακεδονική γλώσσα και με τον μακεδονικό πολιτισμό». 

Επιβεβαιώνει με αυτή τη δήλωσή της η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη σκληρή αλλά, όπως φαίνεται, δίκαιη άποψη που είχε διατυπώσει για τους Ευρωπαίους ο στρατηγός Μακρυγιάννης, λίγα χρόνια μετά την Επανάσταση του Εικοσιένα: «Και λευτερωθήκαμε από τους Τούρκους και σκλαβωθήκαμε εις ανθρώπους κακορίζικους, όπου ήταν η ακαθαρσία της Ευρώπης».

Δεν μας κάνει δε καμιά εντύπωση για τους Έλληνες πολιτικούς, τόσο αυτούς που υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία όσο και αυτούς που την ανέχονται σήμερα, γιατί η εντολή δόθηκε από τα ίδια κέντρα που ρυθμίζουν την πολιτική ζωή αυτού του τόπου. Δεν έχουν, λοιπόν, το θάρρος ούτε να ανακαλέσουν μια τέτοια θλιβερή για τον τόπο και τον πολιτισμό του συμφωνία ούτε να καταγγείλουν την απαράδεκτη Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την απρέπεια και την ασέβειά της. Ισχύει γι’ αυτούς η άποψη του Ελύτη, για τους οποίους δήλωσε: «Οι Έλληνες πολιτικοί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, από άποψη πνευματικής καλλιέργειας και ελληνικής παιδείας, βρίσκονται σε βαθύ σκοτάδι».

Αν ζούσε, μάλιστα, σήμερα ο Καβάφης και έβλεπε αυτό το κατάντημά μας, ίσως να ξανάγραφε το ποίημά του «Στα 200 π.Χ.» και να επαναλάμβανε τις φράσεις: «Κι από την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,/ την περιλάλητη, την δοξασμένη,/ ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,/ την απαράμιλλη, βγήκαμ’ εμείς,/ ελληνικός, καινούριος κόσμος, μέγας,/ με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών/ και την Κοινήν Ελληνικήν Λαλιά, οι Έλληνες».

 

Θα πρόσθετε δε: «Πλην πολιτικών». Και θα κατέληγε: «Για πολιτικούς να μιλούμε τώρα»!!! Και επειδή ο λόγος περί πολιτικού αμοραλισμού —στενά δεμένου με «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες», όπως γράφει ο Σεφέρης— ο Καβάφης θα συμπλήρωνε ασφαλώς και κάτι για τον αμοραλισμό των πνευματικών ανθρώπων του καιρού μας και του τόπου μας, που, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, λάμπουν με την απουσία τους.

Σπύρος Εργολάβος

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.