Ρώτησαν τις προάλλες τον Αλέξη Τσίπρα να τους πει πώς νιώθει που το 2015 συνεργάστηκε και συγκυβέρνησε με τον ακροδεξιό Πάνο Καμμένο• υποστήριξε πως η συγκυβέρνηση του 2015 ήταν εθνική ανάγκη. Μόνο που και οι υπόλοιποι που κυβέρνησαν τη χώρα από το 2005, την κυβερνούν και σήμερα -οι περισσότεροι επιθυμούν να την ξανακυβερνήσουν- κάποια ανάλογη εθνική ανάγκη θα είχαν επικαλεσθεί. Τώρα μάλιστα θέτουν και σχετικά διλήμματα στο λαό: Ο ένας δηλώνει: Μητσοτάκης ή χάος. Ο άλλος προσθέτει: Ή εγώ ή κανένας.
Αν ζούσε ο Παλαμάς και τους άκουγε θα επαναλάμβανε: «Δεν υπάρχει άλλο σκαλί να κατρακυλήσουμε πιο βαθιά στου κακού τη σκάλα»! Και θα συλλογιζόταν: Ώστε «Είναι σβησμένες όλες οι φωτιές κι οι πλάστρες μες στη χώρα;». Τι, όμως, έπραξαν όσοι κυβέρνησαν στον καιρό της κρίσης και των μνημονίων, ποιος λίγο, ποιος πολύ, το γνωρίζουμε. Όλοι επίσης γνωρίζουμε σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε: Έχουμε ένα αβάσταχτο κρατικό χρέος εκατοντάδων δισεκατομμυρίων (το βλέπετε — 583 δισεκατομμύρια — στην παρατιθέμενη εικόνα), έχουμε ξεπουλήσει μεγάλο μέρος της εθνικής μας περιουσίας στους ξένους και έχουμε υποθηκεύσει το υπόλοιπο για 99 χρόνια· η παιδεία, η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών βρίσκονται σε πρωτόγονη κατάσταση.
Αν εξαιρέσει κανείς την ευμάρεια του πολιτικού και κομματικού κατεστημένου, που όλο και μεγαλώνει (τη βλέπετε στην παρατιθέμενη εικόνα, όπως είναι αναρτημένη στο διαδίκτυο), η πλειοψηφία των πολιτών βρίσκεται σε πολύ κρίσιμη οικονομική κατάσταση. Είναι κοινό μυστικό πως το πολιτικό μας σύστημα, που μας έφερε σ’ αυτήν την τραγική κατάσταση, βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση, σε αρκετά δε σημεία σε ανάλογη εξαχρείωση.
Πάρτε, για παράδειγμα, το σημερινό κόμμα εξουσίας: Το καταγγέλλουν, κατ’ επανάληψη μάλιστα, δύο πρώην πρόεδροί του και πρώην πρωθυπουργοί, και επισημαίνουν τον ολισθηρό δρόμο που ακολουθεί σε βασικά θέματα, όπως είναι η εξωτερική πολιτική και η κρίση των θεσμών, δρόμοι επικίνδυνοι για τη χώρα. Ελάτε έπειτα στο δεύτερο: Ρωτάνε την Άννα Διαμαντοπούλου αν θα συνεργαστεί μετεκλογικά με τη Νέα Δημοκρατία και εκείνη απαντά: «Ούτε με τον Μητσοτάκη ούτε με τον Τσίπρα». Και την ίδια στιγμή ο Δούκας αποκλείει τη συνεργασία με το πρώτο κόμμα και κρυφοβλέπει συνεργασία με το νέο κόμμα του Τσίπρα. Και λέω με το νέο, γιατί το παλιό το διέλυσε ο ίδιος και τώρα αγωνίζεται να παρουσιάσει κάτι το διαφορετικό, κάτι το νέο, καλώντας σε συστράτευση το ένα μετά το άλλο τα παλιά κομματικά στελέχη.
Λαμπροί επιστήμονες, με βαθιά πολιτική κριτική σκέψη, διεκτραγωδούν την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση· επισημαίνουν την ανάγκη για ριζική πολιτική μεταβολή και παράλληλη εθνική αφύπνιση, που θα έχει ως αποτέλεσμα τη συνειδητοποίηση της τραγικής κατάστασης της χώρας και του τρόπου με τον οποίο προσφέρεται και αφαιρείται από ισχυρά κέντρα εξωτερικού και εσωτερικού η εξουσία στη χώρα μας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρόσφατα διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες, με προσωπική πολιτική εμπειρία, σ’ αυτό το τελευταίο σημείο επικεντρώνουν τις επισημάνσεις τους, εξηγούν την πολιτική κακοδαιμονία της χώρας και δικαιολογούν τη διάσταση απόψεων ανάμεσα στην ασκούμενη πολιτική και στις προσδοκίες των πολιτών. Άλλα υπόσχονται προεκλογικά και άλλα κάνουν μετεκλογικά.
Ο πρώην πρύτανης του Παντείου και ομότιμος καθηγητής σήμερα Γ. Κοντογιώργης δήλωσε: «Η Δημοκρατία ή είναι ή δεν είναι. Όταν υπάρχει Δημοκρατία, ο Δήμος (= ο λαός) κρατεί. Ποιος ορίζει τους αρχηγούς των κομμάτων και τους πρωθυπουργούς; Οι μηχανισμοί. Η κοινωνία απλώς ψηφίζει. Αυτοί που ορίζουν τους πρωθυπουργούς, αυτοί τους κάνουν ό,τι θέλουν· σ’ αυτούς οι πολιτικοί μας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, όχι στον λαό. Δεν υπάρχει διάκριση των εξουσιών. Βουλή δεν υπάρχει. Κοιτάξτε τις άδειες αίθουσες της Βουλής την ώρα των συνεδριάσεων: πραγματικός κλαυσίγελως. Ο πρωθυπουργός (της μειοψηφίας) κυβερνάει και δίνει εντολές. Οι βουλευτές βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία». Δεν εκπροσωπούν τον λαό και το Έθνος, αλλά το κόμμα με το οποίο εκλέγονται.
Ο καθηγητής του Στάνφορντ Ιωαννίδης θα προσθέσει: «Το κράτος κάνει ό,τι μπορεί να αποβλακώσει τους Έλληνες· και το κάνει αποτελεσματικά. Η διαφθορά ακτινοβολεί. Το καθεστώς γενικά προωθεί απ’ τους χειρότερους τους χειρότερους, με συνέπεια να βρισκόμαστε μπροστά σε φαινόμενα μετριοκρατίας και αχρηστοκρατίας. Οι άξιοι Έλληνες εξορίζονται από τον τόπο τους και κυριαρχούν δυνάμεις, πρόσωπα και συστήματα που δεν έχουν σχέση με τη Δημοκρατία».
Σε παρόμοιο μήκος κύματος, η γνωστή καθηγήτρια και πολιτικός Λούκα Κατσέλη θα μας διαβεβαιώσει: «Ισχυροί όμιλοι παραγόντων (4-5 κολοσσοί), αυτοί κάνουν κουμάντο· δεν κάνουν κουμάντο οι κυβερνήτες. Αυτοί, ολοένα και πιο αδύνατοι, ασκούν πολιτική που είναι απόρροια της πολιτικής ισχύος των μεγάλων εξωθεσμικών — εσωτερικών και εξωτερικών — παραγόντων· οι λαοί ποδηγετούνται με δύο τρόπους: ο ένας σε επίπεδο πολιτικό και ο άλλος μέσω των κοινωνικών δικτύων, που διαμορφώνουν την κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά των πολιτών. Δεν έχουμε ως χώρα αυτοδυναμία και αυτονομία· παντού παραγωγική αποσάθρωση. Αν δεν γίνει ανάταξη παραγωγής, ανάταξη θεσμών, αν δεν υπάρξει κράτος δικαίου, η σημερινή πολιτική και κοινωνική κρίση θα γίνει κρίση εθνική και θα υπάρξει πρόβλημα εθνικής επιβίωσης».
Και για να κλείσουμε με τις σκέψεις που αρχίσαμε: Η εθνική ανάγκη που επικαλέστηκε ο Τσίπρας για τη συγκυβέρνηση του 2015 υπάρχει και σήμερα. Ανάγκη για μια εθνική πολιτική. Πολιτική, όχι όπως τη βλέπουν με τα κριτήρια εξουσίας τα κόμματα, αλλά όπως τη βλέπουμε εμείς οι απλοί πολίτες, που μας απασχολεί το μέλλον του Έθνους μας, το μέλλον των παιδιών μας.
Αυτή είναι και η άποψη του Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος, στην ενδιαφέρουσα μελέτη του με τίτλο «Ένας Έλληνας, ο Μακρυγιάννης», καταλήγει στο συμπέρασμα: «Το πρόβλημα σε μια κοινωνία δεν είναι μόνο πώς οι πολίτες θα διδάσκονται από τους πολιτικούς τους ηγέτες, αλλά και πώς οι ηγέτες θα διδάσκονται από τους απλούς πολίτες».