Σημειώματα

ΚΑΦΕΝΕΙΑ: Και όμως είναι η ταυτότητά μας!..

Οι χώροι συγκέντρωσης στα χωριά ήταν οι αυλόπορτες για τις γυναίκες, οι αλάνες για τα παιδιά και τα καφενεία για τους υπόλοιπους…

Το καφενείο του χωριού ήταν το πολυκατάστημα της εποχής. Οι θαμώνες του έβρισκαν σ’ αυτό μια ζεστή γωνιά για να κουβεντιάσουν, να μαλώσουν, να λύσουν τα προβλήματα της κοινωνίας(!), παίρνοντας τον καφέ, ή το τσάι ή ένα οινοπνευματώδες ποτό (τσίπουρο, ούζο ή κρασί). Παράλληλα, εμπορευόταν είδη μπακαλικής, γραφική ύλη,…μέχρι και υφάσματα.

30 Ιούλ 2026 • 11:30

Το καφενείο ήταν ο χώρος αναφοράς της ζωής στον απομονωμένο τόπο. Λειτουργούσε ως προφορική εφημερίδα, ως θέατρο με τα αστεία και τα πειράγματα, ως κέντρο κοινωνικής κριτικής, ως χαρτοπαιχτική λέσχη, ως χώρος υποδοχής του ξένου και ακόμη για ζυμώσεις με σκοπό την οικογενειακή αποκατάσταση των νέων.

Τον χειμώνα τα καφενεία ήταν γεμάτα και η μυρωδιά του τσίπουρου και του τσιγάρου έντονη, οι φωνές αρκετά ζωηρές και ο καπνός από την ξυλόσομπα έκανε τους θαμώνες να δακρύζουν… αλλά κανένας δεν άφηνε εύκολα την καρέκλα του…

Οι αγορές σε είδη μπακαλικής γινόταν επί πιστώσει και εγγραφή στο δεφτέρι συναλλαγών. H εξόφληση των αγορών γινόταν με την επιστροφή του νοικοκύρη από τη δουλειά του σε κοντινούς ή και μακρινούς τόπους.

Το καφενείο το είχα συνδέσει με τον πατέρα μου. Είχε δώσει εντολή στον ιδιοκτήτη του κεντρικού καφενείου να ψωνίζω κάθε μέρα κάτι που επιθυμούσα και αξίας μιας δραχμής. Το αντάλλαγμα για το δώρο του ήταν βοήθεια στη μάνα μου και το ενδεικτικό με άριστα…

Η μεγάλη επιθυμία των πιτσιρικάδων του χωριού ήταν να μεγαλώσουν για να γίνουν θαμώνες των καφενείων, να συμμετέχουν στη ζωή της κοινότητας.

Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο ο πατέρας μου με έφερε στην πόλη, τα Γιάννενα, για να συνεχίσω τις γυμνασιακές μου σπουδές. Το πρώτο κατάλυμά μας το καφενείο του μπάρμπα Κώστα. Το τζαμί της Καλούτσιανης είχε μετατραπεί σε καφενείο που διέθετε και πατάρι, ο χώρος μας. Από τη θέα του παταριού γνώρισα το καφενείο και τους ανθρώπους του. Σ’ αυτόν τον χώρο οι άνθρωποι αισθανόντουσαν ελεύθεροι και ασφαλείς. Λίγοι έπαιζαν τάβλι, ντόμινο ή χαρτιά και πιο πολλοί παρακολουθούσαν… όλοι έβγαζαν τον ψυχισμό τους και ξάπλωναν την κριτική τους…

Από νωρίς το πρωί το καφενείο γεμάτο. Για τον καφέ πριν πάνε οι άνδρες  για τις δουλειές τους, αλλά και για αναζήτηση μεροκάματου των ανέργων. Μάλιστα, ο μπάρμπα Κώστας πρωί-πρωί έκανε διανομή της αλληλογραφίας, μιας και η σταθερή διεύθυνση των πιο πολλών ήταν αυτή του καφενείου.

Όταν ήθελα να συναντήσω τα αδέρφια μου ή τον πατέρα μου την αναζήτηση την περιόριζα σε δυο καφενεία…

Με την ολοκλήρωση των γυμνασιακών σπουδών και τη μετάβαση στη Μεγαλούπολη, για την προετοιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων στο πολυτεχνείο, η συνάντηση με κάποιον γνωστό της οικογένειας για την τακτοποίησή μου ορίστηκε στο «ηπειρωτικό καφενείο, στο κέντρο της πόλης. Η κατάσταση η ίδια κι εκεί και μάλιστα πιο θορυβώδης…έγινε και το δικό μου στέκι, γιατί αισθανόμουν ότι βρίσκομαι σε φιλικό περιβάλλον. Κατά διαστήματα συναντούσα συμμαθητές και γνώριμους από το χωριό.

Όταν γύρισα στην πόλη μου και περίμενα τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, κοίταζα κάθε μέρα στα μάτια τον μπάρμπα Κώστα να δω μήπως έχει να μου μεταφέρει κάποιο μήνυμα. Τελικά, με χαρούμενο πρόσωπο και δυνατή φωνή διάβασε ένα απόγευμα το περιεχόμενο τηλεγραφήματος που κρατούσε στο χέρι του, την επιτυχία μου. Αξέχαστες στιγμές σε περιβάλλον που οι άνθρωποι μοιραζόντουσαν με ειλικρίνεια τη χαρά σου…

Στα φοιτητικά μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, στα διαλείμματα των παραδόσεων, όλη η τάξη μου στο Petit Palais. Είχε γίνει το στέκι μας, μέχρι και πίνακα ανακοινώσεων για τα μαθήματα της σχολής μας είχαμε εφοδιάσει τον χώρο του. Τι ζωντάνια, τι πειράγματα, τι συντροφικότητα και μάλιστα σε ζεστό σκηνικό καφενείου…Μετά από χρόνια επισκέφτηκα το άλλοτε φοιτητικό μας στέκι, όλα άλλαξαν, γύρισα πίσω τη μνήμη και με κυρίευσε μια γλυκιά μελαγχολία. Θυμήθηκα τη νιότη μου, τα όνειρά μου, τους φίλους μου και όλα τα πότισα με δάκρυα…

Όταν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου και γύρισα πίσω στην πόλη μου, η κατάσταση των καφενείων που ήξερα ήταν σχεδόν η ίδια, εκτός από τον μπάρμπα Κώστα που είχε φύγει από τη ζωή. Πάντως τα πρωινά μου και για πολλά χρόνια με μια ολιγομελή συντροφιά ο καφές σε κεντρικό καφενείο, ήταν η αφορμή για ενδιαφέρουσες συζητήσεις και έντονους προβληματισμούς…

Με τον χρόνο ο ελληνικός καφές αντικαταστάθηκε από το «φραπεδάκι» και τη θέση των καφενείων πήραν οι καφετέριες… Το περιβάλλον άλλαξε, το γυναικείο φύλο έκανε την εμφάνισή του τόσο ως προσωπικό της καφετέριας όσο και μεταξύ των θαμώνων…Βέβαια, δεν έλειψαν τα παραδοσιακά καφενεία, αλλά φέρνουν μαζί τους την παρακμή…

Τι σηματοδότησαν αλήθεια τα καφενεία;

Ήταν πάντα μια ζεστή γωνιά για συζητήσεις, κοινωνική κριτική, το ταχυδρομείο του άστεγου, η δυνατότητα να διαβάσεις δωρεάν εφημερίδα, να παίξεις τάβλι ή χαρτιά, να ονειρευτείς…και όλα αυτά πίνοντας έναν καφέ ή ένα ποτό…

Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια ή έχει ξεθωριάσει…κι όμως είναι η ταυτότητά μας!

Και το ερώτημα…

Τι παίρνει μαζί της η απουσία, κυρίως από τα χωριά, του καφενείου;

Χρήστος Μασσαλάς

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.