Των Ημερών

Μοναδικό φθινόπωρο…

Για πότε οι ζέστες του καλοκαιριού έδωσαν τη θέση τους στα πρώτα φθινοπωρινά ρίγη, ούτε που το κατάλαβα...

 

30 Οκτ 2026 • 11:24
Μοναδικό φθινόπωρο…

Το φθινόπωρο στο Ζαγόρι είναι μοναδικό, αφού τα βουνά μας μετατρέπονται, σε μυριάκριβους κι αξετίμητους, για μας τους Ζαγορίσιους, πίνακες. Όλα γλυκά, νωχελικά, ήσυχα, λες και βάλθηκαν να σε πλανέψουν. Απαλά τα χρώματα σε ζεσταίνουν, ανάλαφρα τα περιγράμματα των βουνών, διακριτικές οι τελευταίες μυρωδιές των λουλουδιών, φιλικά τα κελαηδήματα των λιγοστών πουλιών που διάλεξαν να ξεχειμωνιάσουν μαζί μας.

Το νοτισμένο χώμα στέλνει τη δικιά του ευωδιά, καθώς ανυπόμονα καρτερά να κλείσει στα σπλάχνα του τον καρπό. Οι πρώτοι άτακτοι καπνοί άρχισαν ν’ αρμενίζουν απ' τα σκόρπια μπουχαριά, απομεινάρια περήφανα, γερμένα κι αλλοιωμένα απ' το βάρος του χρόνου κι η ησυχία που σιγά - σιγά βασιλεύει παντού, κάνει τα λιγοστά βραχνιασμένα κοκόρια ν' ακούγονται καθαρότερα. Τα φώτα ξεχωρίζουν νυσταγμένα απ' τις αντάρες.

Ο ουρανός ντυμένος μ’ ένα απαλό γαλάζιο ατλάζι, μοιάζει απέραντος, χωρίς τελειωμό, όπως στα παραμύθια. Κι ο ήλιος, ένας ήλιος που σε ζεσταίνει χωρίς να σε καίει, λες και σε χαϊδεύει, έτσι καθώς οι ακτίνες του τρυπώνουν στο κορμί γλυκιές όσο κι επίμονες και σε αποδιοργανώνουν, σου φέρνουν μια νύστα, που σε τυλίγει σαν φίδι ως το μεδούλι και σε παραλύει...

Καλοτυχίζω εκείνα τα γεροντάκια που αξιώθηκαν και φέτος να ζήσουν το Ζαγορίσιο χινόπωρο, μαζί με το χινόπωρο της ζωής τους. Διαλέγουν ένα προσήλιο, μια μπουγκόνα (απάνεμο) κι απολαμβάνουν με τις ώρες τον ήλιο καθισμένα στο ξύλινο σκαμνί ακίνητα σαν μαρμαρωμένα, με μισόκλειστα μάτια σαν να κοιμούνται. Για δες τη γριούλα!..

Τάχα πού να παραδέρνει ο νους της, τι να σκέφτεται και τι να συλλογιέται, κι αλλάζουν έτσι γρήγορα οι γραμμές που έσκαψαν ανεξίτηλα το πρόσωπό της, δίχως μιλιά, δίχως ήχο… Και μόνο τα ροζιασμένα χέρια σαλεύουν, τεντώνονται, ανοιγοκλείνουν, δείχνουν να απορούν και πάλι ηρεμούν, σαν να γυρίζουν στο χτες και προσπαθούν να το φυλακίσουν, ή πάλι να καλοδεχτούν και να χαιρετήσουν το έτσι κι αλλιώς αβέβαιο αύριο...

Τι να μετρούν και τι να λογαριάζουν δυό κοκαλιάρικα χέρια, σταυρωμένα νωχελικά, ακουμπισμένα, αφημένα, ξεχασμένα σχεδόν σ' ένα βαρυχειμασμένο κορμί, μια φθινοπωρινή μέρα, παραδομένα άνευ όρων στην λιακάδα του απέραντου ουρανού; Σε κάθε φύσημα του αέρα αμέτρητα κιτρινοπράσινα και καφετιά και κόκκινα φύλλα ρένουν τ' άσπρα μαλλιά κι ύστερα σκορπίζουν "σαν παλιοί συμμαθητές"...

Φοβάμαι να ταράξω τη γαλήνη τους!..

Φοβάμαι μη δεν ξυπνήσουν!..

 

Ελένη Δούβλη

Εκπαιδευτικός

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.