Τα Γιάννινα δεν ήταν πρώτα μόνο «στ’ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα», αλλά από εκείνα τα χρόνια, όπως γράφει ο Θωμάς Νούσιας «Στα γεγονότα», «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» και «η διασκέδαση στα παλιά Γιάννινα με καντάδες και χαβάγιες».
Θα κάνω ένα πισωγύρισμα στη διασκέδαση των Γιαννιωτών τότε, γιατί τώρα «εδώ κανείς δεν τραγουδά,κανένας δεν χορεύει». Ακόμα και τα πανηγύρια στα χωριά γίνονται με τραγούδια, «κακοποίηση της μουσικής άνευ οίκτου», με ένα μονότονο μοτίβο, προσπαθώντας κακέκτυπα να αντιγράψουν τον πωγωνήσιο σκοπό. Μόνο στα Ζαγοροχώρια, στα Τζουμέρκα, στο Μέτσοβο, στα Πωγώνια κρατάνε ακόμα την παράδοση.
Όπως αναφέρει ο Θωμάς, η πόλη μας είχε παράδοση στις καντάδες με κιθάρες και χαβάγιες, που κυριαρχούσαν σε όλα τα γλέντια και τα κέντρα διασκέδασης μέχρι τη δεκαετία του 1950. Κέντρα διασκέδασης με ζωντανό πρόγραμμα, που άφησαν εποχή από το 1920 μέχρι και τη δεκαετία του 1960, ήταν και ο “Κουραμπάς”, εκεί που μετά έγινε το Ξενία.
Θυμάμαι τα μεγάλα πλατάνια, όπου ο ίσκιος χάριζε δροσιά, το ξύλινο καφενείο και μπροστά του απλώνονταν καρέκλες ψάθινες και σιδερένια τραπεζάκια, ενώ στη μέση ήταν μια μεγάλη τσιμεντένια πίστα, όπου οι Γιαννιώτες ξέδιναν χορεύοντας βαλς και ταγκό κι οι πιο χορευταράδες ρούμπα.
Εμείς τα παιδιά παρακολουθούσαμε κρεμασμένοι στο φράχτη, βλέποντας τις χορευτικές φιγούρες των θαμώνων και τα τραγούδια επώνυμων τραγουδιστών, που μάθαμε αργότερα ποιοι τραγουδούσαν. Για την ιστορία, θα αναφέρω τον Τώνη Μαρούδα, τη Νινή Ζαχά, την Κάκια Μένδρη με την κιθάρα της, τη Σοφία Βέμπο, τον Σώτο Παναγόπουλο, τη Γιαννιώτικη ορχήστρα με τον Σωτήρη Κορνέτα, τον Παναγόπουλο, τζαζ, χαβάγια, τον Γιαννιώτη συνθέτη και στιχουργό, κιθαρίστα και δάσκαλο μουσικής Λάκη Κέκεση, δημιουργό τραγουδιών που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως το “Δεν φταις εσύ” με τον Πολυμέρη και το λαϊκό “Θα ’ρθω μια νύχτα σκοτεινή” με τη Λίτσα Διαμάντη.
Μέσα στην πόλη δεν συνήθιζαν να διασκεδάζουν με κλαρίνα και δημοτικά τραγούδια. Έλεγαν μερικά δημώδη, όπως το “Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια”, ενώ οι παλιότεροι γλεντούσαν με καντάδες, με κιθάρες και χαβάγιες. Επίσης, αγαπούσαν και τους αμανέδες, γιατί τους θύμιζαν τα νιάτα τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αλλά με ρίζες στη βυζαντινή μουσική. Αργότερα, ο Κιτσάκης και ο Υφαντής τραγούδησαν το “Στα Γιάννινα, στον Κουραμπά”, δημοτικό τραγούδι.
Άλλα κέντρα διασκέδασης με ζωντανό πρόγραμμα ήταν το Μαλάμειο, στο χώρο της Περιφέρειας, ο Μαλάμος, δίπλα στον κινηματογράφο Έσπερος, το ζυθεστιατόριο “Κωνσταντινούπολης”, στο ξενοδοχείο Αβέρωφ, η Τριάνα και η Μάντρα του Αλέξη, στο τέρμα της Κ.Α. Φεβρουαρίου, ο Μακρής στο Μώλο, το Άλσος, η ταβέρνα του Πάνου, στη γωνία Μιχαήλ Αγγέλου και Χαριλάου Τρικούπη, ο Κήπος του Αλλάχ και ο Σκορπιός στη Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα Καλαμάκια στη Δομπόλη, ο Μπόγκας στα Ζευγάρια και αργότερα το CAN-CAN στην Πυρσινέλλα, ο Μπαρμπα-Θωμάς στο τέρμα Δωδώνης και άλλα.
Στα νυχτερινά κέντρα της πόλης δεν διασκέδαζαν μόνο οι πλούσιοι, αλλά και οι μεροκαματιάρηδες. Με ένα κατοσταράκι κρασί και λίγες ελιές για μεζέ, απολάμβαναν ζωντανά τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού, από τον Τσιτσάνη, τον Γούναρη και τον Πολυμέρη μέχρι τον Χιώτη, τον Μαρούδα και τον Μακούλη. Στα νυχτερινά αυτά κέντρα της πόλης μας τραγούδησαν κατά καιρούς και οι: Μαίρη Λίντα, Καίτη Μπελίντα, Μπέμπα Μπλάνς, Λάουρα, Σπύρος Ζαγοραίος, Γιώργος Ζαμπέτας, Δάκης, αδελφές Μπρόγιερ…
* Φωτογραφίες και κείμενα από τη σελίδα του Θωμά Νούσια «Στα γεγονότα».