Ο Νικόλαος Πλαστήρας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλά και πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Υπήρξε ένας από τους ικανότερους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, πρωταγωνίστησε στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ενώ αργότερα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Η φήμη του ως «Μαύρου Καβαλάρη» συνδέθηκε με την απαράμιλλη γενναιότητα που επέδειξε στα πεδία των μαχών, ενώ η πολιτική του πορεία χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια εθνικής συμφιλίωσης σε μία περίοδο βαθύτατου διχασμού.
Ο Πλαστήρας γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1883 στο Μορφοβούνι Καρδίτσας, τότε Βουνέσι. Προερχόταν από αγροτική οικογένεια και από νεαρή ηλικία επέδειξε έντονη φιλοπατρία. Το 1903 κατατάχθηκε εθελοντικά στον Ελληνικό Στρατό και γρήγορα ξεχώρισε για την πειθαρχία, τη στρατιωτική του ικανότητα και την αποφασιστικότητά του. Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Ως υπαξιωματικός συμμετείχε στις μάχες του Σαρανταπόρου, των Γιαννιτσών και του Μπιζανίου. Οι ανώτεροί του αναγνώρισαν τις ηγετικές του ικανότητες, γεγονός που του επέτρεψε να εξελιχθεί γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία.
Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού συντάχθηκε με το κίνημα της Εθνικής Άμυνας του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Η επιλογή αυτή επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα σταδιοδρομία του. Πολέμησε στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και απέκτησε σημαντική εμπειρία στη διοίκηση στρατιωτικών μονάδων. Η μεγαλύτερη όμως στιγμή της στρατιωτικής του καριέρας υπήρξε η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Ως διοικητής του ιστορικού 5/42 Συντάγματος Ευζώνων απέκτησε τη φήμη ενός διοικητή που βρισκόταν πάντοτε στην πρώτη γραμμή. Οι άνδρες του τον ακολουθούσαν με απόλυτη εμπιστοσύνη, καθώς δεν απαιτούσε ποτέ από τους στρατιώτες του κάτι που ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να πράξει. Το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης» γεννήθηκε ακριβώς εκείνη την περίοδο. Ο Πλαστήρας, έφιππος πάνω στο χαρακτηριστικό μαύρο άλογό του, οδηγούσε προσωπικά τις επιθέσεις των Ευζώνων, προκαλώντας δέος τόσο στους Έλληνες στρατιώτες όσο και στους αντιπάλους τους. Η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το μέτωπο και έγινε σύμβολο τόλμης και αποφασιστικότητας.
Κατά την τουρκική αντεπίθεση του Αυγούστου του 1922, το 5/42 Σύνταγμα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην οργανωμένη υποχώρηση του ελληνικού στρατού. Πολλοί στρατιωτικοί ιστορικοί θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις του Πλαστήρα συνέβαλαν καθοριστικά στη διάσωση χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών από αιχμαλωσία ή ολοκληρωτική καταστροφή. Μάλιστα οι Μικρασιάτες έφτασαν στο σημείο να απεικονίζουν τον Πλαστήρα με μορφή αγίου. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Πλαστήρας πρωτοστάτησε μαζί με τον Στυλιανό Γονατά στο Επαναστατικό Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922, με πολιτικό καθοδηγητή τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η επανάσταση ανέτρεψε την κυβέρνηση, εξανάγκασε τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ σε παραίτηση και οδήγησε στη συγκρότηση επαναστατικής κυβέρνησης με στόχο την αναδιοργάνωση του κράτους και του στρατού. Η περίοδος αυτή συνδέθηκε αναπόφευκτα με τη «Δίκη των Έξι», κατά την οποία καταδικάστηκαν σε θάνατο έξι κορυφαίοι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αν και ο Πλαστήρας δεν ήταν δικαστής, ως επικεφαλής της Επαναστατικής Επιτροπής έφερε σημαντική πολιτική ευθύνη για τις εξελίξεις. Μέχρι σήμερα οι ιστορικοί εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς το κατά πόσο η διαδικασία υπήρξε απονομή δικαιοσύνης ή πράξη πολιτικής εκδίκησης. Το 1923 ο Πλαστήρας παρέδωσε την εξουσία στην πολιτική κυβέρνηση, αποδεικνύοντας ότι δεν επιδίωκε προσωπική δικτατορία. Ωστόσο, παρέμεινε ενεργός στις πολιτικές εξελίξεις και υποστήριξε σταθερά τη δημοκρατική παράταξη.
Το αποτυχημένο κίνημα του 1933 εναντίον της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη τον οδήγησε στην εξορία στη Γαλλία. Εκεί έζησε για αρκετά χρόνια, παρακολουθώντας από απόσταση τις δραματικές εξελίξεις στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διατηρούσε επαφές με τις ελληνικές εξόριστες αρχές, χωρίς όμως να αναλάβει ενεργό στρατιωτική διοίκηση. Μετά την Απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα, σε μία περίοδο που η χώρα βυθιζόταν στον Εμφύλιο Πόλεμο. Το 1945 ανέλαβε για πρώτη φορά πρωθυπουργός. Η κυβέρνησή του είχε σύντομη διάρκεια, όμως ήδη είχε καταστήσει σαφές ότι επιδίωκε την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας και την αποφυγή νέου διχασμού. Η σημαντικότερη πολιτική του παρουσία καταγράφηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ως επικεφαλής της ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου), σχημάτισε κυβέρνηση δύο φορές, το 1950 και το 1951-1952. Στόχος του ήταν η συμφιλίωση των Ελλήνων μετά τον αιματηρό Εμφύλιο.
Στην οικονομική πολιτική έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη των αγροτών, στην ανασυγκρότηση της υπαίθρου και στην κοινωνική πρόνοια. Παράλληλα, προώθησε έργα υποδομής και προσπάθησε να περιορίσει τις πολιτικές διώξεις, επιδιώκοντας να μειώσει το κλίμα εκδίκησης που επικρατούσε μετά τον Εμφύλιο.
Ένα από τα πλέον γνωστά χαρακτηριστικά του ήταν η προσωπική του εντιμότητα. Παρά το γεγονός ότι διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός και κατείχε κορυφαία αξιώματα, πέθανε χωρίς προσωπική περιουσία. Η λιτή ζωή του αποτέλεσε σημείο αναφοράς ακόμη και για πολιτικούς αντιπάλους του. Στην εξωτερική πολιτική επιδίωξε τη βελτίωση των σχέσεων με τις γειτονικές χώρες. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η προσπάθειά του να εξομαλύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θεωρώντας ότι οι δύο λαοί δεν έπρεπε να παραμένουν αιώνιοι αντίπαλοι. Η στάση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, κυρίως μεταξύ προσφυγικών οργανώσεων, οι οποίες δεν είχαν λησμονήσει τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο Πλαστήρας συνδέθηκε επίσης με το μεγάλο αναπτυξιακό όραμα της δημιουργίας της τεχνητής λίμνης που σήμερα φέρει το όνομά του, η οποία ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του και αποτελεί μέχρι σήμερα σημαντικό έργο για τη Θεσσαλία.
Στις 26 Ιουλίου 1953 ο Νικόλαος Πλαστήρας πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 69 ετών. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε με τιμές αρχηγού κράτους και συγκέντρωσε χιλιάδες πολίτες που θέλησαν να αποχαιρετήσουν τον άνθρωπο που είχε ταυτιστεί με την ανιδιοτέλεια και τη στρατιωτική αρετή.
Η ιστορική αποτίμηση του Νικολάου Πλαστήρα παραμένει σύνθετη. Για πολλούς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς ηγέτες της Ελλάδας και ένας πολιτικός που προσπάθησε να θεραπεύσει τις πληγές του Εθνικού Διχασμού και του Εμφυλίου. Για άλλους, η συμμετοχή του στην Επανάσταση του 1922 και η σύνδεσή του με τη Δίκη των Έξι αποτελούν σημεία που δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες, λίγοι αμφισβητούν ότι ο «Μαύρος Καβαλάρης» άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη νεότερη ελληνική ιστορία. Η στρατιωτική του δράση, η πολιτική του διαδρομή, η προσωπική του ακεραιότητα και η διαρκής επιδίωξη της εθνικής συμφιλίωσης τον κατατάσσουν ανάμεσα στις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες του ελληνικού 20ού αιώνα. Η ζωή του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας, καθώς συνδέεται με ορισμένες από τις σημαντικότερες καμπές της σύγχρονης Ελλάδας: τους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, την Επανάσταση του 1922, τον Εθνικό Διχασμό και τη δύσκολη μεταπολεμική ανασυγκρότηση.