Στην εποχή μας έχουν εκλείψει οι τέσσερες εποχές του χρόνου που κάθε εποχή είχε τότε και τη χάρη της. Βέβαια τα πανηγύρια το καλοκαίρι είχαν με τα γλέντια που στηνόντανε στα χωριά άλλη ομορφιά και ο κόσμος τα περίμενε. Το καλοκαίρι στην πατρίδα μας έχουμε τα περισσότερα πανηγύρια, όπου ο κόσμος ακόμα και σήμερα βρίσκει κάποιο διέξοδο και ξεδίνει από την καθημερινότητα, με τα τόσα και τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει, όπως και τότε βέβαια, όπως βλέπουμε στις παλιές Ελληνικές ταινίες, αλλά τα βιώσαμε κι εμείς.
Τα πανηγύρια σημάδεψαν την πορεία αυτού του τόπου, γιατί είναι μια πολιτιστική αναδρομή και δεν πηγάζει μόνο από μια ισχυρή νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά και από την ανάγκη αφύπνισης, ώστε να διατηρήσουμε τις αισθήσεις μας σε επαγρύπνηση και τη μνήμη μας σε κίνηση.
Τώρα τα πανηγύρια δεν είναι τα ίδια που βιώναμε εμείς εκείνα τα χρόνια, άλλαξαν οι άνθρωποι, το παρελθόν εξαφανίστηκε, η ιστορία μας, οι αναμνήσεις και οι παραδόσεις μας δεν αποτελούν ένα πνευματικό μουσείο για τους νεοέλληνες.
Οι μνήμες και οι αφηγήσεις απαιτούν κάθε φορά την καταγραφή τους, την ερμηνεία τους και αξιώνουν την κρίση μας και, όπου είναι δυνατό, τη στράτευσή μας… Οι γιορτές, διαχρονικά, ικανοποιούν τις βιολογικές, τις ψυχικές και τις ψυχαγωγικές ανάγκες του ανθρώπου.
Κι όπως έγραφα πριν λίγο καιρό σε άρθρο μου, «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος» δηλαδή ζωή χωρίς διασκέδαση, είναι σαν ένας δρόμος μακρύς που δεν υπάρχει πανδοχείο να ξεκουραστείς, αν αναλογιστούμε πόσο μονότονη, κοπιώδης, άχρωμη θα ήταν η ζωή μας χωρίς την ύπαρξή τους.
Σήμερα τα πανηγύρια δεν έχουν καμία σχέση, με τα πανηγύρια εκείνων των χρόνων. Τώρα στα πανηγύρια δεν ακούμε τα δημοτικά τραγούδια που είναι η προφορική ποίηση του Ελληνικού λαού, καθρέφτισμα της ψυχής του και μέσο έκφρασης των πόθων, της χαράς και του έρωτα, των πόνων και των καημών, της περηφάνιας, της γενναιότητας και των ηρωικών κατορθωμάτων του.
Τα τραγούδια που τραγουδούσε ο γιος και χόρευε στα γλέντια και στα πανηγύρια, τα ίδια αυτά μάθαινε, γέρος πια, στα εγγόνια του… τώρα; Γιατί κάθε δημοτικό τραγούδι, είναι προσωπική δημιουργία κάποιου προικισμένου λαϊκού καλλιτέχνη, ο οποίος παράλληλα με τη στιχουργική του ικανότητα, διαθέτει ανεπτυγμένο και το μουσικό αίσθημα. Τώρα δεν χορεύονται δημοτικά τραγούδια, αλλά μια… κακοποίησή τους.
Θυμάμαι όταν γιόρταζε ο Προφήτης Ηλίας, σήμαντρα σκόρπια γλυκολαλούσαν από τον όρθρο στις βουνοκορφές, στα σιάδια και στις πλαγιές. Ξημέρωνε η γιορτή του Προφήτη και πανηγύριζε το μοναστήρι που δέσποζε στην κορυφή, το αγνάντευαν οι χωριανοί και σταυροκοπιούνταν την αυγούλα και το δειλινό.
Να βλέπεις μούλες ασημοκούδουνες να σκαρφαλώνουν από τα φιδωτά στενορύμια πλακοστρωμένα, σκαλωτά. Καβαλαρία και πεζοί, λαϊκοί και ιερωμένοι ανέβαιναν, με χαμηλόφωνες κουβέντες μελισσολόι βουερό. Έλαμπε αγάλια η Πούλια που πήγαινε να αναπαυθεί κι είχαν σωπάσει από νωρίς τα νυχτοπούλια. Αχνιστή γλυκερή μυρωδιά από λίβανο και ζεστό κερί ανακλαδιζόταν στον κρυστάλλινο αέρα της πρωινής δροσιάς.
Οι εκδηλώσεις του πανηγυριού ξεκινούσαν από την παραμονή της γιορτής του Αγίου, με τον εσπερινό, κρατάνε όλη τη νύχτα και συνεχίζονται όλη την άλλη μέρα, «κάτω από τα δασιά πλατάνια…» που λέει και το τραγούδι, στον αυλόγυρο των εκκλησιών.
Τα πανηγύρια, στους παλιότερους, πόσα και πόσα πράγματα δεν θυμίζουν! Ήταν ένα σημαντικό για τη ζωή θρησκευτικό, κοινωνικό και πατριδολατρικό περιστατικό που έδενε αξεδιάλυτα με τον τόπο και διαιώνιζε την πατριδολατρία.
Το πανηγύρι ήταν πριν απ’ όλα τ’ άλλα τουλάχιστον τότε στα χρόνια τα δικά μας, ευλαβικό προσκύνημα. Το περιμέναμε με μεγάλη λαχτάρα γιατί ερχόντουσαν από άλλα χωριά να γλεντήσουν, όπως και συγγενείς που ζούσαν σε άλλα χωριά ή ξενιτεμένοι.
Και για μας τα παιδιά που χαζεύαμε στις τάβλες των πανηγυρίσιων ειδών: τσαμπούνες φλογέρες ζαχαρωτά, ψεύτικα ρολογάκια, φούσκες, μπάλες ,και δαχτυλιδάκια, σκουλαρίκια, βραχιόλια για τα κορίτσια, να μας αγοράσουν κάτι οι δικοί μας.
Πολλές γυναίκες επίσης το είχαν ταμένο να πηγαίνουν σε αρκετά πανηγύρια πεζές και χωρίς υπόδηση, περπατώντας μέρες και ώρες σε κακοτράχαλους δρόμους.
Προσωπικά θυμάμαι ότι τότε μικρός πηγαίναμε στην Τσούκα στο Λουζέτσι (Ελληνικό) που πανηγύριζε, φορτωμένοι με κουβερτούλες, νηστήσιμα, για να κοιμηθούμε το βράδυ στρώνοντας ψάθες που μας μοίραζε ο νεωκόρος και το χάραμα που σήμαινε το σήμαντρο και η καμπάνα να «κοινωνήσουμε» (μεταλάβουμε).
Τα πανηγύρια τότε ήταν περίπατοι, εκδρομή και κοσμική να πούμε συγκέντρωση, γλέντι, χοροί, τραγούδια και θέαμα. Εκεί γινόταν η μεγαλύτερη σύσφιξη των κοινωνικών σχέσεων. Εκεί θα πιανόταν τα προζύμια για τα συνοικέσια κι’ αισθηματικούς δεσμούς. Ακόμα θυμάμαι τα μεγαλύτερα παιδιά και τους φαντάρους του χωριού που υπηρετούσαν τότε και παίρνανε άδεια να βρίσκονται στο πανηγύρι, πως κάνανε τα γλυκά μάτια στα κορίτσια, κι’ εκείνες να κοκκινίζουν.
Στα πανηγύρια αυτά υπάρχει η έννοια της επανασύνδεσης της κοινότητας αφού έρχονται λόγω των θερινών διακοπών, αλλά και εξ αιτίας του πανηγυριού επίτηδες και οι απόδημοι από διάφορες περιοχές της πατρίδας ή από το εξωτερικό, να βρεθούν στο πανηγύρι και συνυπάρχουν.
Πόσοι ξενιτεμένοι μας που ζούνε χρόνια εκεί στην ξενιτιά δεν ζούνε με τη λαχτάρα να γυρίσουν στο χωριό που γεννήθηκαν, στο πατρικό τους σπίτι, που φρόντιζαν από τα ξένα να μην πέσει, και μάλιστα να είναι το πανηγύρι να ξαναδούνε τους συγχωριανούς - της γενιάς τους βέβαια - αλλά και να εκπληρώσουν το τάμα τους στον Άγιο του χωριού τους που Τον είχαν φυλαχτό τους εκεί, να τους αξιώσει να ξαναδούνε το χωριό και τους συγχωριανούς τους.
Να ξανακούσουν τα σήμαντρα σκόρπια να γλυκολαλούν όπως τότε, από τον όρθρο, στα σιάδια στις πλαγιές και στις βουνοκορφές που τόσο τους έλειψαν εκεί.
Και καθώς το τραπέζι είναι πλούσιο και τα ποτά τρέχουν άφθονα, οι πλατείες τραντάζονται από το χορό και το τραγούδι, η ευφροσύνη και το κέφι κορυφώνονται, οι καρδιές ξεκλειδώνουν, για να πούνε τα κρυφά τους, ενώ η Διονυσιακή μέθη ζει και διαιωνίζεται.
Καλό καλοκαίρι, χαρείτε και ξεδώσετε στα πανηγύρια μας
γιατί «τούτ’ η γη που την πατούμε όλοι μέσα θε ‘να μπούμε»….