Η αποκατάσταση της δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974 συνέπεσε με μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η κατάρρευση της δικτατορίας και η διεθνής απομόνωση της Ελλάδας δημιούργησαν ένα περιβάλλον πρωτοφανών προκλήσεων για τη νέα κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και τη νεοσύστατη Νέα Δημοκρατία.
Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας δεν είχε μόνο την αποστολή της αποκατάστασης της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά και την ευθύνη να επαναφέρει τη χώρα σε τροχιά διεθνούς αξιοπιστίας και ασφάλειας. Η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία της Ελλάδας μετά την επταετή δικτατορία και, παράλληλα με την κατοχή σημαντικού μέρους της Κύπρου, εγκαινίασε μία νέα περίοδο αμφισβητήσεων στο Αιγαίο. Με τη ΝΟΤΑΜ 714, τις διεκδικήσεις για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και τις αμφισβητήσεις σχετικά με την υφαλοκρηπίδα, η Άγκυρα επιχείρησε να μεταφέρει τη διένεξη από την Κύπρο στο Αιγαίο, δημιουργώντας ένα σύνθετο πλέγμα προβλημάτων που επηρεάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μέχρι σήμερα.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέλεξε μία στρατηγική που συνδύαζε τη διπλωματία με την αποτροπή. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα προχώρησε στην αναδιοργάνωση και ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, αναγνωρίζοντας ότι η αποτρεπτική ισχύς αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Από την άλλη, απέφυγε κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση, επιδιώκοντας τη διεθνοποίηση των διαφορών μέσω των διεθνών οργανισμών.
Η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974 αποτέλεσε μία συμβολική αλλά και ουσιαστική αντίδραση απέναντι στη στάση της Συμμαχίας κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση επιδίωξε να ασκήσει πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες, ζητώντας την αναστολή της στρατιωτικής βοήθειας προς την Τουρκία. Το αμερικανικό εμπάργκο του 1975 αποτέλεσε μία σημαντική, έστω προσωρινή, διπλωματική επιτυχία της Αθήνας, αν και στη συνέχεια περιορίστηκε μέσω της αμερικανοτουρκικής συμφωνίας του 1976. Ως αντιστάθμισμα, η Ελλάδα εξασφάλισε σημαντική στρατιωτική βοήθεια, γνωστή ως αναλογία «7 προς 10», γεγονός που ενίσχυσε την αμυντική της ικανότητα.
Παράλληλα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επένδυσε αποφασιστικά στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1975 και η ολοκλήρωση της ένταξης το 1981 δεν αποτελούσαν μόνο οικονομική ή πολιτική επιλογή, αλλά και στρατηγική ασφάλειας. Ο Καραμανλής θεωρούσε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της Ελλάδας και θα λειτουργούσε ως πρόσθετο διπλωματικό ανάχωμα απέναντι στις τουρκικές πιέσεις. Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία αυτής της στρατηγικής ήρθε με την κρίση του «Χόρα» το καλοκαίρι του 1976. Η έξοδος του τουρκικού ερευνητικού σκάφους στο Αιγαίο προκάλεσε έντονη κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ωστόσο η Αθήνα επέλεξε να μην οδηγηθεί σε στρατιωτική σύγκρουση. Αντίθετα, προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, επιδιώκοντας την επίλυση της διαφοράς μέσω του διεθνούς δικαίου. Η Συμφωνία της Βέρνης, που ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα, επέβαλε την αποφυγή μονομερών ενεργειών στο Αιγαίο και διατήρησε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών.
Από το 1977 έως το 1981 πραγματοποιήθηκαν συνεχείς εννέα γύροι διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για την υφαλοκρηπίδα και τις συναφείς διαφορές. Αν και οι συνομιλίες δεν οδήγησαν σε οριστική λύση, συνέβαλαν στη διατήρηση ενός ελεγχόμενου κλίματος και στην αποφυγή νέας σοβαρής κρίσης. Η ελληνική πλευρά επέμενε στη θέση ότι η μοναδική νομική διαφορά ήταν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, ενώ η Τουρκία διεύρυνε σταδιακά την ατζέντα των διεκδικήσεών της. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η επιστροφή της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1980. Παρά τις έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό, ο Καραμανλής εκτίμησε ότι η παραμονή εκτός του στρατιωτικού μηχανισμού αποδυνάμωνε τη διεθνή θέση της χώρας. Η επανένταξη εντασσόταν στη συνολική στρατηγική του δυτικού και ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας, επιδιώκοντας την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και της δυνατότητας παρέμβασης στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Συμμαχίας.
***
Συνολικά, η εξωτερική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας κατά την περίοδο 1974-1981 χαρακτηρίστηκε από ρεαλισμό, ψυχραιμία και μακροπρόθεσμη στρατηγική σκέψη. Η κυβέρνηση Καραμανλή απέφυγε τις κινήσεις υψηλού ρίσκου, επένδυσε στη διεθνοποίηση των ελληνικών θέσεων, ενίσχυσε την άμυνα της χώρας και θεμελίωσε τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό. Οι επιλογές αυτές διαμόρφωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η ελληνική εξωτερική πολιτική τις επόμενες δεκαετίες.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, πολλές από τις προκλήσεις εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιρες. Οι διαφωνίες για την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες, οι τουρκικές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και η σημασία της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ συνεχίζουν να καθορίζουν τη στρατηγική της χώρας. Η εμπειρία της περιόδου 1974-1981 υπενθυμίζει ότι η αποτελεσματική εξωτερική πολιτική απαιτεί συνδυασμό ισχυρής αποτροπής, διπλωματικής δραστηριοποίησης και σταθερού ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, η ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό και την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό δίδαγμα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου.