(Γιατί το ρουσφέτι παραμένει το εθνικό μας σπορ)
Αν κάνουμε μια βόλτα σε μια δημόσια υπηρεσία, αν συζητήσουμε σε μια καφετέρια για την αναζήτηση εργασίας ή αν ανοίξουμε την τηλεόραση κατά την προεκλογική περίοδο, υπάρχει μια φράση που πλανάται στον αέρα, σχεδόν σαν φυσικός νόμος: «Αν δεν έχεις μπάρμπα στην Κορώνη, δουλειά δεν κάνεις». Το πελατειακό σύστημα - το γνωστό σε όλους μας «μέσον», το ρουσφέτι, το «μίλησα με τον τάδε» - δεν είναι ένα χθεσινό φαινόμενο που προέκυψε ξαφνικά. Έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της ελληνικής κοινωνίας, επιβίωσε από οικονομικές κρίσεις, μνημόνια και πανδημίες, και δείχνει να κρατά γερά ακόμα και σήμερα. Το ερώτημα όμως παραμένει καυτό και ζητά επειγόντως απάντηση: Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε για πάντα σε αυτό το καθεστώς ή μήπως μπορεί κάτι να αλλάξει ριζικά;
Η ανατομία ενός φαύλου κύκλου
Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, το πελατειακό κράτος δεν συντηρείται μόνο από τους πολιτικούς που μοιράζουν υποσχέσεις για να εξασφαλίσουν την καρέκλα και τις ψήφους. Συντηρείται, σε έναν βαθμό, και από εμάς τους ίδιους τους πολίτες. Έχει γίνει, δυστυχώς, μέρος της καθημερινής μας νοοτροπίας.
Συχνά θεωρούμε πιο εύκολο και γρήγορο να πάρουμε τηλέφωνο έναν γνωστό μας σε μια υπηρεσία για να γλιτώσουμε μια ουρά, μια ταλαιπωρία ή ένα πρόστιμο, παρά να απαιτήσουμε να δουλέψει το σύστημα σωστά και δίκαια για όλους.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι νόμοι αλλάζουν συνέχεια, η γραφειοκρατία πνίγει τον πολίτη και η οικονομική αβεβαιότητα καραδοκεί, το «μέσον» φαντάζει στα μάτια πολλών ως η μόνη σανίδα σωτηρίας για να βρει κανείς το δίκιο του ή μια αξιοπρεπή επαγγελματική αποκατάσταση.
Έτσι, δημιουργείται ένας κλασικός φαύλος κύκλος. Ο πολίτης νιώθει απροστάτευτος και ανήμπορος απέναντι στο κράτος, ο πολιτικός εμφανίζεται ως ο πρόθυμος «σωτήρας» που θα λύσει το πρόβλημα κάνοντας μια χάρη, και η αξιοκρατία πηγαίνει περίπατο.
Το «τέρας» που αλλάζει μορφή
Θα ήταν άδικο και ισοπεδωτικό να πούμε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Η ψηφιοποίηση του κράτους έβαλε ένα σημαντικό φρένο σε πολλά μικρά, καθημερινά ρουσφέτια. Όταν μπορείς να βγάλεις μια εξουσιοδότηση, μια υπεύθυνη δήλωση ή ένα πιστοποιητικό από το κινητό σου μέσα σε δύο λεπτά, η ανάγκη να παρακαλέσεις τον οποιονδήποτε τοπικό παράγοντα απλά εξαφανίζεται. Αντίστοιχα, θεσμοί όπως ο ΑΣΕΠ - παρά τις όποιες καθυστερήσεις και δυσλειτουργίες του - έβαλαν κάποιους σταθερούς κανόνες στο παιχνίδι των προσλήψεων στο Δημόσιο.
Όμως, το πρόβλημα δεν λύθηκε· μετατοπίστηκε πιο ψηλά. Οι απευθείας αναθέσεις εκατομμυρίων, οι «φωτογραφικές» διατάξεις σε νομοσχέδια που ευνοούν συγκεκριμένα συμφέροντα και οι τοποθετήσεις «ημετέρων» σε κρίσιμες θέσεις ευθύνης αποδεικνύουν ότι το πελατειακό σύστημα απλώς μεταλλάχθηκε. Έγινε πιο εκλεπτυσμένο, πιο θεσμικό, αλλά παραμένει εξίσου ζημιογόνο για τη χώρα.
Πώς μπορεί να σπάσει αυτό το κατεστημένο;
Η απάντηση είναι απλή στη θεωρία, αλλά απαιτεί τεράστια προσπάθεια στην πράξη: Χρειάζεται να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι τη στάση μας, για να αναγκαστούν να αλλάξουν κι αυτοί που μας κυβερνούν.
Ισχυροί και πραγματικά ανεξάρτητοι θεσμοί: Χρειαζόμαστε μια Δικαιοσύνη και ελεγκτικούς μηχανισμούς που δεν θα δίνουν λογαριασμό σε καμία κυβέρνηση και σε κανένα κόμμα. Αν ο κάθε επίδοξος παραβάτης ξέρει ότι η τιμωρία είναι βέβαιη και ότι δεν πρόκειται να τον «σώσει» κανένα τηλεφώνημα, το ρουσφέτι θα πεθάνει από μόνο του.
Όσο λιγότερο ανθρώπινο χέρι (και υπογραφή υπουργού) μεσολαβεί για να παρθεί μια απόφαση, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για υπόγειες συναλλαγές…
Το πελατειακό σύστημα στην Ελλάδα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί μαγικά από τη μια μέρα στην άλλη με ένα άρθρο ή έναν νόμο. Είναι ένας… ιός που έχει εισχωρήσει στο DNA μας και ξέρει να προσαρμόζεται σε κάθε εποχή.
Ωστόσο, η αλλαγή δεν είναι αδύνατη. Όσο η κοινωνία ωριμάζει, όσο η νέα γενιά αρνείται να σκύψει το κεφάλι και να… ζητιανέψει για τα αυτονόητα δικαιώματά της, τόσο το παλιό αυτό σύστημα θα χάνει έδαφος!..