Μετά τις σκέψεις που κατέθεσα στο προηγούμενο κείμενό μου (25/7/26) στην φιλόξενη εφημερίδα «Πρωινός Λόγος» οφείλω να απαντήσω και στο βασικό ερώτημα: Πώς θα μπορεί η Εκκλησία να έχει τους χρηματικούς πόρους για να εκτελεί το κοινωφελές έργο Της; Το υπόδειγμα το έχουμε και προς τα εκεί πρέπει να προσανατολιστούμε. Είναι η δράση της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, την οποία περιέγραψα στο δημοσιευθέν κείμενό μου.
Μπορεί αυτό να γίνει και σήμερα; Απαντώ:
Οι σημερινοί χριστιανοί έχουμε χλιαρή πίστη (Αποκάλυψη Ιωάννη Κεφ. Γ 15&16). Πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι η χλιαρή μας πίστη αναιρεί την χριστιανική μας ταυτότητα. Επομένως πρέπει με αυτοκριτική και εσωτερικό μας αγώνα να αποκτήσουμε ζωντανή πίστη. Ύστερα συλλογικά πρέπει με βάση το σημερινό νομικό και πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας μας να γίνουν τα εξής:
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 του κανονισμού υπ΄ αριθ. 8/1979 (ΦΕΚ Α΄ 1/05-01-1980) της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Εφημερίων και Διακόνων» με μέριμνα των Εφημερίων του κάθε Ιερού Ναού πρέπει να συντάσσεται και να διατηρείται ο κατάλογος των Ενοριτών των Ενοριών των. Η τήρηση αυτού του καταλόγου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Νόμο 2472/1997 ( ΦΕΚ 50/10-4-1997 Τ.Α.), αφού είναι νομικά, ευαίσθητο δεδομένο οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος οφείλει να εκδώσει μια γενική εγκύκλιο προς τις Μητροπόλεις ή εάν νομικά απαιτείται να εκδώσει συμπληρωματικό κανονισμό που να καθορίζει τα εξής: Τον τύπο του καταλόγου, τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει, ποιος θεωρείται ενορίτης, τον τύπο της αίτησης εγγραφής, τη διαδικασία εγγραφής ή διαγραφής, ποιος αποφασίζει σε περίπτωση αμφισβήτησης εγγραφής ή διαγραφής και τον τρόπο ενημέρωσής του καταλόγου.
Γνωρίζοντας οι Ιερείς μας, με βάση τον ανωτέρω κατάλογο, τους πιστούς της ενορίας των, μπορούν να τους καλούν σε συνελεύσεις όπου, το πρώτο που θα επιτευχθεί, θα είναι η αλληλογνωριμία των πιστών και η δημιουργία σχέσεων. Ο απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή (Κεφ. ΙΑ’, 20) μάς ομιλεί για την «επί το αυτό» σύναξη των Χριστιανών. Εκεί οι ενορίτες θα αντιληφθούν και θα βιώσουν ότι η πίστη τους δεν είναι μια ατομική τους υπόθεση και οι υποχρεώσεις των δεν εξαντλούνται στην συμμετοχή των στην θεία Λειτουργία τις Κυριακές και Εορτές.
Εκεί στην Ενορία θα βιώσει ο Χριστιανός σαν μέλος ευρύτερης πνευματικής οικογένειας, τους άλλους ενορίτες ως πνευματικούς του αδελφούς. Εκεί μπορεί τότε να συζητήσει μαζί τους, να προσδιορίσουν μαζί με ποια έργα η πίστη τους θα διατηρείτε ζωντανή. Θα θυμηθούν και τις αρχαίες κοινές συνεστιάσεις (τις αγάπες) και θα σκεφθούν πως σταδιακά θα μπορέσουν να τις ξαναφέρουν στην σημερινή κοινωνία. Θα σκεφθούν πως γεγονότα όπως η βάπτιση νέων μελών θα πρέπει να πάψει να είναι ιδιωτική υπόθεση των συγγενών του βαπτιζομένου, αλλά να γίνει γεγονός κατ’ εξοχήν εκκλησιολογικό γεγονός. Το μυστήριο του γάμου επίσης. Όλα τα μυστήρια, η λατρεία και οι πράξεις και θεσμοί της Εκκλησίας που έχουν εκκλησιολογικό χαρακτήρα πως θα αναζωογονηθούν.
Σ’ αυτές τις ενορίες ο ιερέας, ως πνευματικός πατέρας των ενοριτών του, θα μεριμνά για τη λατρευτική και την πνευματική ζωή των και για όλα τα ζητήματα, τα οποία αφορούν στην πνευματική, την προνοιακή και την υλική ζωή της ενορίας. Εκεί ο πιστός, με την βοήθεια της διακονίας του λόγου, θα εμπεδώσει το χρέος του, ότι πρέπει να αρκείται στην αυτάρκεια ως προς την κάλυψη των αναγκών του και ότι το εισόδημά του πρέπει να προέρχεται από τίμια εργασία και το τυχόν περίσσευμα οφείλει να το εισφέρει στην Ενορία του και μέσω αυτής συλλογικά να καλυφθούν οι ανάγκες εκείνων που στερούνται τα αναγκαία για την συντήρησή των.
Σκεφθείτε: Εάν η διακονία του λόγου γίνει, ορθοτομώντας την αλήθεια του Κυρίου μας, με πίστη βαθειά και θάρρος και με την ευλογία του Θεού, μπορεί να κάνουν θαύματα οι Ενορίες μας. Έτσι π.χ. μπορούμε να δούμε πολλούς από τους σημερινούς τζογαδόρους να απαλλάσσονται από τον εθισμό του τζόγου και ένα μεγάλο μέρος από τα 36 δισεκατομμύρια ευρώ που τζογάρονται κάθε χρόνο στην χώρα μας, να γίνουν εισφορές προς τις Ενορίες για κοινωφελή έργα.
Πρέπει οι ποιμένες μας, Επίσκοποι, μιμούμενοι τους προφήτες της Παλαιάς διαθήκης, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον Μάξιμο τον ομολογητή και γενικά τους Πατέρες της Εκκλησίας την διακονία του λόγου την κάνουν σωστά ορθοτομώντας την αλήθεια του ευαγγελίου. Χωρίς στρογγυλεμένο λόγο, ελέγχοντας με παρρησία τα δημοσίως λεγόμενα και πραττόμενα στον δημόσιο βίο και στην κοινωνία χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς να αναφέρονται σε ονόματα προσώπων. Εάν έτσι λειτουργήσουν οι κληρικοί μας και εάν η ζωή και τα έργα τους είναι το πρότυπο για τους λαϊκούς, τότε θα αναδειχθούν σε δρομοδείκτες (Ματθ. Κεφ. Ε΄ 13-15) που με το φώς τους θα φωτίζει την πορεία της ζωής όλων μας προς το πρότυπο, τη ζωή και τη δράση των πιστών των πρώτων Χριστιανικών Εκκλησιών. Βέβαια αυτό φαίνεται ως ουτοπία. Όμως, χωρίς ουτοπικά οράματα ως στόχους η ανθρωπότητα δεν θα είχε κάνει κανένα βήμα προς την πρόοδο.
Με βάση τον 39ο Αποστολικό Κανόνα, αλλά και τα άρθρα 7 και 9 του Κανονισμού 8/1979 (ΦΕΚ Α΄ 1/05-01-1980) της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι δεν πρέπει να ενεργούν στα εκκλησιαστικά ζητήματα χωρίς τη γνώμη και την έγκριση του Επισκόπου. Επομένως αφού ο Επίσκοπος έχει την ευθύνη για τον λαό και τη διοίκηση των Ενοριών της Επισκοπής του. Επομένως για όλα τα παραπάνω οφείλει εκείνος να λάβει την πρωτοβουλία, ώστε αυτά μεθοδικά και σταδιακά να γίνουν εφικτά.
Έτσι λειτουργώντας θα πάψει να υφίσταται η σημερινή τραγική αντίφαση των λόγων και των έργων, αφού η είσπραξη πόρων από τόκους, μερίδια, μισθώματα θα παύσει και θα στηρίζει το φιλανθρωπικό της έργο της Εκκλησίας. Η Εκκλησία θα αντλεί τη δύναμή της από την υπόστασή της ως θεοϊδρυτη, από το κύρος του μηνύματός της και από τη ζωντάνια των μελών της.
Είναι σαφές ότι το κατεστημένο της χώρας αποσκοπεί στο να περιορίσει την δράση της Εκκλησίας μόνο στην λατρεία που γίνεται στους Ιερούς Ναούς. Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι το περιεχόμενο των ρυθμίσεων του Νόμου 590 του 1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος». Στον νόμο αυτόν, που έχει 75 άρθρα και τα οποία καταλαμβάνουν 16 σελίδες του με αριθμό 146 του Α΄ Τεύχους της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, οι διατάξεις που αναφέρονται στο κύτταρο της Εκκλησίας που είναι η Ενορία είναι οι εξής μόνο αναφορές α) Στην παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 590/1977 ότι αποτελούν σε κάθε Μητρόπολη υποδιαίρεσή της και ότι κέντρον της είναι ο αντίστοιχος ενοριακός ναός.
β) Στο άρθρο 30 του Ν. 590/1977 όπου ρυθμίζεται το θέμα της διαχείρισης των εισφορών των Ιερών Ναών προς συντήρησιν των Μητροπολιτικών Γραφείων ή άλλων προσόδων της Μητροπόλεως.
γ) Στο άρθρο 36 του Ν. 590/1977 που αναφέρεται στο χαρακτηρισμό της ως ΝΠΔΔ, και προσδιορίζονται οι όροι ίδρυσης, συγχωνεύσεως ή καταργήσεως της. Ο λαός μας απέδειξε και παλαιά και σήμερα όπως στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και στο Προσφυγικό ότι έχει ισχυρή παράδοση ανθρωπισμού.
Εάν η ηγεσία της Εκκλησίας ορθοτομεί «τον λόγο της Αληθείας» του Κυρίου μας, έχει ως στόχο το πρότυπο της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων για τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, έστω και εάν αυτό ρεαλιστικά φαίνεται σήμερα ουτοπικό, εάν ΤO ΔΙΑΚΥΡΡΗΣΣΕΙ αυτό με παρρησία και όση δύναμη έχει, τότε έχοντας πίστη και στην Θεία Πρόνοια κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί το τι μπορεί να γίνει κατορθωτό!
Τότε θα δικαιώσουμε με τα έργα μας ως Εκκλησία την ρήση του Κυρίου μας «Υμεις εστέ το φως του κόσμού» (Ματθ. Κεφ. Ε΄,14).