Κάθε καλοκαίρι επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: Πώς γίνεται οι διακοπές να κοστίζουν ολοένα και περισσότερο και, παρ’ όλα αυτά, οι δημοφιλείς προορισμοί να γεμίζουν ασφυκτικά; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.
Το κόστος των διακοπών έχει αυξηθεί σχεδόν σε κάθε στάδιο του ταξιδιού. Καύσιμα, διόδια, ακτοπλοϊκά εισιτήρια, διαμονή, εστίαση και οργανωμένες παραλίες διαμορφώνουν έναν λογαριασμό που για πολλές οικογένειες μοιάζει πλέον δυσβάσταχτος. Κι όμως, η τουριστική κίνηση παραμένει ισχυρή.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επενδύει σε ένα μοντέλο τουρισμού που στοχεύει περισσότερο στην αύξηση της δαπάνης ανά επισκέπτη παρά στον αριθμό των επισκεπτών. Πολυτελή καταλύματα, βίλες, αναβαθμισμένες υπηρεσίες και εμπειρίες υψηλού κόστους απευθύνονται σε κοινό με μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, είτε πρόκειται για ξένους επισκέπτες είτε για Έλληνες που διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα.
Την ίδια στιγμή, πολλοί συμπολίτες μας συνεχίζουν να ταξιδεύουν όχι επειδή περισσεύουν τα χρήματα, αλλά επειδή θεωρούν τις διακοπές αναγκαία διέξοδο από μια απαιτητική καθημερινότητα. Μετά από χρόνια οικονομικών πιέσεων, οι λίγες ημέρες ξεκούρασης αντιμετωπίζονται ως ανάγκη και όχι ως πολυτέλεια, ακόμη κι αν απαιτούν σημαντικές οικονομικές θυσίες.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή αποτυπώνει και μια βαθύτερη πραγματικότητα. Οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες διευρύνονται. Ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στις αυξημένες τιμές, ενώ ένα άλλο βλέπει χρόνο με τον χρόνο τις επιλογές του να περιορίζονται. Λιγότερες ημέρες διακοπών, φθηνότεροι προορισμοί, λιγότερες έξοδοι και μεγαλύτερη πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το ερώτημα που ανακύπτει δεν αφορά μόνο τον τουρισμό, αλλά γενικότερα το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Η επιτυχία του κρατικού μοντέλου δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με βάση τα έσοδα και τις αφίξεις. Οφείλει να αποτυπώνεται και στη δυνατότητα των ίδιων των πολιτών να απολαμβάνουν όσα παράγει η οικονομία τους.
Γιατί, όσο η Ελλάδα γίνεται ακριβότερη για τους κατοίκους της, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι το ελληνικό καλοκαίρι, που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητο δικαίωμα για τη μεσαία τάξη, μετατρέπεται σταδιακά σε προνόμιο για ολοένα και λιγότερους.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση. Η Ελλάδα διαφημίζεται διεθνώς ως ένας κορυφαίος τουριστικός προορισμός, όμως ολοένα και περισσότεροι Έλληνες αισθάνονται ξένοι στον τόπο τους. Οι παραλίες, τα νησιά και οι προορισμοί που κάποτε αποτελούσαν αυτονόητη επιλογή για τη μέση ελληνική οικογένεια μετατρέπονται σταδιακά σε αγαθά υψηλού κόστους. Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα των επιχειρήσεων να αναζητούν υψηλό κέρδος ούτε την ανάγκη της οικονομίας να αναπτύσσεται. Όταν όμως η ανάπτυξη αφήνει πίσω της ένα διαρκώς μεγαλύτερο απογοητευμένο κομμάτι της κοινωνίας, τότε κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Γιατί η πραγματική επιτυχία δεν είναι να γεμίζουν τα ξενοδοχεία, τα δωμάτια βραχυχρόνιας μίσθωσης και οι ταβέρνες. Είναι να μπορεί και ο πολίτης αυτής της χώρας να απολαμβάνει τη χώρα του χωρίς να χρειάζεται να μετρά κάθε ευρώ πριν ξεκινήσει το ταξίδι ή να κάνει ακραίες οικονομικές θυσίες για ολόκληρους μήνες!