Υπάρχουν πρωινά του Σεπτέμβρη που σε κάποια χωριά δεν ακούγεται τίποτα. Ούτε παιδικές φωνές στην αυλή, ούτε βήματα στον διάδρομο, ούτε εκείνο το πρώτο κουδούνι που κάποτε όριζε την αρχή της ημέρας. Η πόρτα του σχολείου μένει κλειστή και μαζί της κλείνει, σχεδόν αθόρυβα, ακόμη ένα κομμάτι από τη ζωή του τόπου.
Η αναστολή λειτουργίας ενός μικρού σχολείου καταγράφεται συνήθως ως αριθμός. Τόσες μονάδες λιγότερες. Τόσοι μαθητές λιγότεροι. Μια διοικητική απόφαση, ένας πίνακας, μια υπογραφή κατάργησης.
Μόνο που πίσω από αυτούς τους αριθμούς υπάρχουν χωριά που μικραίνουν. Γιατί το σχολείο στην ελληνική ύπαιθρο δεν ήταν ποτέ μόνο ένα κτίριο. Ήταν σημείο αναφοράς. Ήταν η απόδειξη ότι υπήρχε ακόμη συνέχεια. Ότι στο χωριό γεννιούνται παιδιά, ότι υπάρχουν νέες οικογένειες, ότι κάποιος σχεδιάζει τη ζωή του εκεί και όχι μόνο την επιστροφή του για λίγες ημέρες τον Αύγουστο.
Όταν ένα σχολείο κλείνει, η απώλεια δεν αφορά αποκλειστικά την εκπαίδευση. Αφορά τη δημογραφική πολιτική, την οικονομία, την κοινωνική συνοχή. Αφορά τη δυνατότητα ενός ζευγαριού να αποφασίσει αν θα μείνει στον τόπο του. Γιατί κανένας δεν εγκαθίσταται εύκολα σε μια περιοχή όπου κάθε βασική ανάγκη απαιτεί καθημερινή μετακίνηση δεκάδων χιλιομέτρων. Στην Ήπειρο το γνωρίζουμε καλά!
Υπάρχουν χωριά που ακόμη κατοικούνται, αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να πει ότι ζουν με τον τρόπο που ζούσαν κάποτε. Οι πλατείες έχουν ανθρώπους κυρίως το καλοκαίρι. Τα σπίτια ανοίγουν για λίγες εβδομάδες. Οι μόνιμοι κάτοικοι μεγαλώνουν ηλικιακά και λιγοστεύουν. Και κάθε δημόσια δομή που απομακρύνεται κάνει την απόσταση από την κανονική ζωή λίγο μεγαλύτερη.
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν λύνεται με τη ρομαντική απαίτηση να λειτουργεί κάθε σχολείο με οποιοδήποτε κόστος και ανεξαρτήτως μαθητικού πληθυσμού. Υπάρχουν πραγματικές δυσκολίες, εκπαιδευτικές και οικονομικές. Θα ήταν εύκολο να τις αγνοήσει κανείς και ακόμη ευκολότερο να καταγγείλει γενικά και αόριστα.
Το δύσκολο είναι άλλο. Να αναρωτηθούμε τι κάνουμε ώστε τα παιδιά να επιστρέψουν.
Γιατί η ουσιαστική πολιτική για την ύπαιθρο δεν είναι να κρατάμε τεχνητά ανοιχτά άδεια κτίρια. Είναι να δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε αυτά τα κτίρια να ξαναγεμίσουν. Με δουλειές, υποδομές, γρήγορο διαδίκτυο, υγειονομική κάλυψη, ασφαλείς δρόμους, παιδικούς σταθμούς, αξιοπρεπείς μετακινήσεις. Με λόγους πραγματικούς για να επιλέξει ένας νέος άνθρωπος ένα χωριό ως τόπο ζωής και όχι ως τόπο καταγωγής.
Ένα σχολείο που σιωπά δεν είναι η αιτία της ερήμωσης. Είναι το σύμπτωμά της.
Και ίσως γι’ αυτό η εικόνα του έχει τόση δύναμη. Μια άδεια αυλή, δύο σκουριασμένες μπασκέτες, μερικά θρανία πίσω από κλειστά παράθυρα. Όχι επειδή πρέπει να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν, αλλά επειδή οφείλουμε να κοιτάξουμε κατάματα το μέλλον.
Η ύπαιθρος δεν χάνεται μια μέρα ξαφνικά. Χάνεται λίγο λίγο. Ένα λεωφορείο που κόβεται. Ένας γιατρός που δεν έρχεται. Ένα κατάστημα που κατεβάζει ρολά. Και κάποια στιγμή, ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, ένα κουδούνι που δεν χτυπά.