Η συζήτηση για την υπογεννητικότητα επιστρέφει κάθε Σεπτέμβριο μαζί με την εικόνα των λιγότερων παιδιών στις σχολικές αίθουσες. Η εξήγηση μοιάζει αυτονόητη αφού μειώνονται οι γεννήσεις, μειώνονται και οι μαθητές. Είναι όμως μόνο αυτή η εξήγηση;
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε το Υπουργείο Παιδείας, σχεδόν 70.000 παιδιά εγγράφηκαν φέτος στην Α΄ τάξη των δημόσιων δημοτικών σχολείων, έναντι 71.200 πέρυσι. Ο καθηγητής Δημογραφίας Βύρων Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι το 2020 είχαν καταγραφεί περίπου 84.600 γεννήσεις. Η απόσταση ανάμεσα στους δύο αριθμούς δεν μπορεί να αποδοθεί αυτούσια στη μετανάστευση γιατί ένα μέρος των παιδιών φοιτά σε ιδιωτικά σχολεία. Δείχνει, ωστόσο, γιατί η καταμέτρηση των μαθητών του δημόσιου σχολείου δεν αρκεί από μόνη της για να περιγράψει το δημογραφικό πρόβλημα.
Η πορεία των δημόσιων εγγραφών είναι σαφής. Από 105.400 παιδιά στην Α΄ Δημοτικού το σχολικό έτος 2015-2016, φτάσαμε κοντά στις 70.000 το 2026-2027. Πρόκειται για μείωση περίπου ενός τρίτου μέσα σε έντεκα χρόνια. Την ίδια περίοδο, κατά την εκτίμηση που παραθέτει ο καθηγητής Κοτζαμάνης, οι εγγραφές στα ιδιωτικά δημοτικά εμφανίζουν μικρή αύξηση. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι γονείς εγκαταλείπουν μαζικά το δημόσιο σχολείο. Μας υποχρεώνει όμως να εξετάσουμε και τις επιλογές που κάνουν όσοι έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν.
Για μια οικογένεια με δύο εργαζόμενους γονείς, το σχολείο είναι μέρος της καθημερινής οργάνωσης της ζωής της. Το ωράριο, η ουσιαστική λειτουργία του ολοήμερου, η στήριξη ενός παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες, οι ασφαλείς εγκαταστάσεις και οι χώροι άθλησης έχουν πρακτική σημασία. Όταν αυτά δεν εξασφαλίζονται, το κενό καλύπτεται με παππούδες, μετακινήσεις, ιδιωτικές δραστηριότητες και επιπλέον έξοδα. Δεν έχουν όμως όλες οι οικογένειες αυτή τη δυνατότητα.
Εκεί συναντιούνται η εκπαιδευτική πολιτική και το δημογραφικό. Οι γονείς που σκέφτονται ένα δεύτερο παιδί δεν υπολογίζουν μόνο το κόστος των πρώτων χρόνων. Σκέφτονται πώς θα το μεγαλώσουν και πώς θα συνδυάσουν την εργασία με τη φροντίδα του. Αν η καθημερινότητα με ένα παιδί απαιτεί ήδη χρήματα και συνεχή βοήθεια από συγγενείς, η απόφαση γίνεται δυσκολότερη. Η επιλογή ιδιωτικού σχολείου μπορεί επίσης να επιβαρύνει τόσο τον προϋπολογισμό ώστε μια οικογένεια να διστάζει να την επαναλάβει για δεύτερο παιδί.
Η ενίσχυση των γεννήσεων δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιδόματα και ψηφοθηρικές εξαγγελίες. Η χώρα χρειάζεται ένα δημόσιο σχολείο που να στηρίζει στην πράξη τα παιδιά και τους εργαζόμενους γονείς, μαζί με επαρκείς δομές προσχολικής φροντίδας. Οι αριθμοί των εγγραφών δείχνουν την πίεση που ήδη δέχεται η Ελλάδα. Το ερώτημα είναι αν θα αντιμετωπίσουμε και τις συνθήκες που κάνουν τόσο δύσκολη τη ζωή των οικογενειών της.
Γι’ αυτό και η μείωση των μαθητών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως αφορμή για συγχωνεύσεις τμημάτων και εξοικονόμηση πόρων. Μπορεί να γίνει ευκαιρία για μικρότερες τάξεις, καλύτερη υποστήριξη κάθε παιδιού και αναβάθμιση των σχολικών υποδομών. Αν το δημόσιο σχολείο γίνει πιο αξιόπιστο και πιο χρήσιμο στην καθημερινότητα της οικογένειας, θα προσφέρει κάτι ουσιαστικότερο από μια πρόσκαιρη απάντηση στους αριθμούς. Θα προσφέρει περισσότερη ασφάλεια στους ανθρώπους που σκέφτονται το μέλλον τους και το μέλλον των παιδιών τους.