Είναι παρήγορο το γεγονός να διαβάζεις στον τοπικό Τύπο και στο διαδίκτυο άρθρα επαινετικά και, κυρίως, σχόλια πολιτών παρόμοια, που αναφέρονται στη δημιουργική δραστηριότητα του δημάρχου ενός περιφερειακού ιστορικού δήμου, όπως είναι ο Δήμος Σουλίου, με τη γνωστή, από την αρχαιότητα, περιοχή του. Πρόκειται για τον δήμαρχο Αθανάσιο Ντάνη, έναν καταξιωμένο επιστήμονα που έκρινε σκόπιμο να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην περιοχή του τόπου γέννησης και καταγωγής του, αναδεικνύοντας την ιστορία της και τους θησαυρούς της και αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρονται για την ανάπτυξη και την ανάδειξή της.
Ένα τέτοιο γεγονός χαροποιεί ιδιαίτερα όσους είχαμε την ευκαιρία, με τις μικρές μας δυνάμεις, για ένα, όχι ευκαταφρόνητο, χρονικό διάστημα δώδεκα χρόνων, από τη θέση της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στον Δήμο Ιωαννιτών. Κατανοήσαμε τότε τη δυσχέρεια που παρουσιάζει η επίλυση των προβλημάτων μιας περιφερειακής περιοχής και τις προσπάθειες που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους· παράλληλα, όμως, μας δόθηκε η ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε στην πράξη αυτό που είχαμε διδαχτεί από παλιά, πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της Δημοκρατίας.
Αυτό, βέβαια, συμβαίνει όταν η Τοπική Αυτοδιοίκηση λειτουργεί ως μια γνήσια αποκεντρωμένη δημοκρατική εξουσία που κατοχυρώνει την πλατιά συμμετοχή των πολιτών σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής της περιοχής την οποία καλείται να υπηρετήσει. Μια τέτοια εξουσία πηγάζει άμεσα από τους ίδιους τους πολίτες, αντλεί τις αρμοδιότητές της από το Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό, λογοδοτεί μονάχα στους πολίτες, οι οποίοι τη στηρίζουν ή την απορρίπτουν, ανάλογα με τον τρόπο που κάθε φορά ασκείται.
Αυτή, όμως, η μορφή αυτοδιοίκησης ασκείται σε μια χώρα στην οποία υπάρχει και λειτουργεί, σε εθνική κλίμακα, η αντίστοιχη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Με τα σημερινά, όμως, ελληνικά πολιτικά δεδομένα, διαμορφωμένα κατά τα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, κάτι τέτοιο αποτελεί είδος πολυτελείας εν ανεπαρκεία. Και αυτό διότι, στα χρόνια αυτά, στη θέση της προδικτατορικής κληρονομικής μοναρχίας, μας έχουν εγκαταστήσει, με το όνομα Δημοκρατία, μια κληρονομική οικογενειακή μονοκρατορία —με τα παρακλάδια της— αυταρχική και ανεξέλεγκτη.
Έτσι, αναπόφευκτα, η λειτουργία μιας αυτοδιοίκησης, με τη μορφή που την παρουσιάσαμε πιο πάνω, αποτελεί τιμητική εξαίρεση, που όμως δεν αναιρεί τον κανόνα. Και ο κανόνας είναι γνωστός σε όλους μας: Έχουμε, με ελάχιστες, κατά καιρούς, εξαιρέσεις, μια Τοπική Αυτοδιοίκηση που αποτελεί απλή προέκταση της κεντρικής εξουσίας, άμεσο εξάρτημα της κομματικής παντοδυναμίας, έναν απλό μηχανισμό που ασκεί συνήθως τη διοίκηση κατά κομματική παραχώρηση.
Μια τέτοια επιλογή, που τα τελευταία χρόνια έχει καταντήσει θεσμός για τη χώρα μας, περιορίζει ασφυκτικά τον ρόλο και την ουσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Την υποβιβάζει σε ένα διοικητικό υποκατάστατο του κόμματος που ασκεί την εξουσία ή σε ένα απλό διεκδικητικό και αντιπολιτευτικό όργανο του κόμματος που διεκδικεί την εξουσία.
Αυτό συμβαίνει για αρκετούς, μάλιστα, λόγους. Πρώτος και κύριος λόγος είναι αυτός που τον επισημαίνουν, μαζί με άλλους εκλεκτούς εκπροσώπους της πνευματικής μας ζωής, οι δύο βραβευμένοι με το βραβείο Νόμπελ ποιητές μας, με την πλούσια πολιτική τους εμπειρία και την αναμφισβήτητη αγάπη τους για τον τόπο μας: ο Σεφέρης και ο Ελύτης.
Ο ένας, αναφερόμενος στους εκπροσώπους της πολιτικής ηγετικής τάξης της εποχής του, θα διακηρύξει: «Είμαι βέβαιος πως με την εγωπάθεια και τη γενική αναπηρία τους, τούτοι οι σημερινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε». Ο άλλος θα προσθέσει: «Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι πολιτικοί μας ηγέτες από άποψη ουσιαστικής καλλιέργειας και ελληνικής παιδείας βρίσκονται σε άγρια μεσάνυχτα». Αυτοί, λοιπόν, οι πολιτικοί ηγέτες, θεωρώντας την Τοπική Αυτοδιοίκηση άμεσο εξάρτημά τους, φροντίζουν, κατά κανόνα, να επιλέξουν γι’ αυτήν τους ομοίους τους.
Δεύτερος λόγος —κι όταν ακόμα δεν ισχύει ο πρώτος— είναι το γεγονός ότι συχνά επιδιώκουν να καταλάβουν τα δημοτικά αξιώματα άνθρωποι που έχουν αποτύχει στην προσωπική τους επιχειρηματική δραστηριότητα και, αναπόφευκτα, βλέπουν τον Δήμο σαν μια δική τους επιχείρηση, στη θέση αυτής που έχουν χάσει.
Μεταφέρουν τότε, εντονότερα μάλιστα, στον Δήμο, την κοινά αποδεκτή άποψη των αρχαίων, που μας διδάσκει πως «ο κακώς διανοηθείς περί των ιδίων, ουδέποτε βουλεύσεται καλώς περί των αλλοτρίων». Θυμάμαι, μάλιστα, πως, όταν στο Πανεπιστήμιο ο καθηγητής της κλασικής φιλολογίας μας ανέλυε αυτό το απόσπασμα, επέμεινε πως οι λόγοι δεν είναι μόνο διανοητικοί, είναι ταυτόχρονα και, κυρίως, ψυχολογικοί· όλη δε η δραστηριότητά τους τελεί υπό την επίδραση του υποσυνείδητου και δεν έχει σχέση με δημόσια λειτουργία. Έτσι δε καταλήγει, κατά τον Μαξ Weber, η πολιτική ζωή, όταν αυτή ασκείται από ανεπάγγελτους ανθρώπους, που ζουν, όχι για την πολιτική, αλλά από την πολιτική.
Τρίτος λόγος είναι το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι, που φαίνεται ένιωθαν πως δεν είχαν κάτι να προσφέρουν με το δημόσιο λειτούργημά τους ή το ένιωθαν κάπως βαρετό και μη αποδοτικό —οικονομικά, εννοείται— ζητούν καταφύγιο στους περιφερειακούς κυρίως δήμους, μεταφέροντας μαζί τους και το στοιχείο της μονιμότητας.
Αυτό, βέβαια, έχει και τις επιπτώσεις του. Τους καθιστά αναπόφευκτα εξαρτήματα των κομμάτων που τους έχουν στηρίξει ή —το χειρότερο— των ισχυρών τοπικών παραγόντων, με αποτέλεσμα να υποκύπτουν σε κάθε απαίτησή τους, προκειμένου να επιτύχουν την επανεκλογή τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους συνταξιούχους, με τους οποίους ο Δήμος, αν τύχει ο δήμαρχος και ξεπεράσει τις δύο τετραετίες, μετατρέπεται συχνά σε ένα ανενεργό καταφύγιο αργόσχολων ατόμων και η περιφέρεια του Δήμου καταδικάζεται σε μαρασμό.
Έτσι εξηγείται η ικανοποίηση που νιώθει όποιος έτυχε να γνωρίσει από κοντά τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και να τον θεωρεί ως πυλώνα —δημιουργό και δημιούργημα— της Δημοκρατίας, όταν διαβάζει άρθρα και σχόλια πολιτών που επαινούν δραστήριους δημάρχους που αγωνίζονται για την ανάπτυξη της περιοχής του Δήμου τους, όπως ο δήμαρχος Σουλίου Αθανάσιος Ντάνης και ασφαλώς και κάποιοι άλλοι όμοιοί του.