Για πολλά χρόνια η αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε σε μεγάλο βαθμό ως προέκταση της κεντρικής πολιτικής. Οι δημοτικές εκλογές αποτέλεσαν συχνά πεδίο κομματικών ανταγωνισμών και οι δημοτικές παρατάξεις οργανώθηκαν γύρω από την πολιτική τους αναφορά σε ένα ή περισσότερα εθνικά κόμματα.
Ίσως, όμως, ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε αν αυτό το μοντέλο εξυπηρετεί πραγματικά τις σύγχρονες ανάγκες των πόλεων μας.
Υπάρχει, βέβαια, ένας σημαντικός ιστορικός λόγος για τον οποίο τα πολιτικά κόμματα απέκτησαν τόσο κεντρικό ρόλο στις σύγχρονες δημοκρατίες. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και έχοντας ως βασικό ιστορικό μάθημα την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες ενίσχυσαν και θεσμοποίησαν τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων ως βασικών φορέων της δημοκρατικής πολιτικής συμμετοχής. Παράλληλα, δημιούργησαν θεσμούς και συνταγματικούς μηχανισμούς για την προστασία της δημοκρατίας από δυνάμεις που θα επιχειρούσαν να την καταλύσουν.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πολιτική οργάνωση της εθνικής δημοκρατίας πρέπει να μεταφέρεται αυτούσια και στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Ο Δήμος δεν είναι μια «μικρή κυβέρνηση». Είναι κάτι διαφορετικό. Είναι ο θεσμός που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη και καλείται καθημερινά να αντιμετωπίσει πολύ συγκεκριμένα προβλήματα: την καθαριότητα, την κυκλοφορία, τον δημόσιο χώρο, τις υποδομές, την πολιτική προστασία, την κοινωνική πολιτική, την ψηφιακή διακυβέρνηση, την προσέλκυση επενδύσεων και την αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων.
Σε αυτά τα ζητήματα η κομματική ταυτότητα δεν είναι αυτή που προσφέρει τη λύση. Αυτό που χρειάζεται είναι γνώση, ικανότητα, συνεργασία και ένα σαφές σχέδιο για την πόλη.
Τα παραπάνω δεν αναιρούν την αξία των πολιτικών κομμάτων για την λειτουργία της Δημοκρατίας. Το σημείο-κλειδί είναι η κατανόηση του ρόλου τους και όχι η απαξίωση των σημαντικών πολιτικών και ιδεολογικών διαφορών οι οποίες και οδηγούν στην ύπαρξη των κομμάτων. Εντός όλων των κομματικών σχηματισμών υπάρχουν μέλη με ικανότητες, διάθεση για προσφορά και προσανατολισμό στην εξεύρεση λύσεων. Δεν είμαστε υπέρ της μη δημοκρατικής άποψης «όλοι ίδιοι είναι», καθώς αυτό οδηγεί στην μη συμμετοχή.
Το πρώτο πρόβλημα είναι οι άνθρωποι
Μια πόλη όπως τα Ιωάννινα διαθέτει σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό: ανθρώπους της πρωτογενούς παραγωγής, μηχανικούς, γιατρούς, νομικούς, οικονομολόγους, εκπαιδευτικούς, ανθρώπους της πληροφορικής, της επιχειρηματικότητας, του πολιτισμού, του τουρισμού, της κοινωνικής οικονομίας και τόσων άλλων ειδικοτήτων.
Πόσοι από αυτούς αποθαρρύνονται από την συμμετοχή όταν θεωρούν ότι η ένταξη σε μία δημοτική παράταξη προϋποθέτει, άμεσα ή έμμεσα, κομματική ταύτιση;
Στην πράξη, οι δημοτικές παρατάξεις συχνά επιδιώκουν την κομματική στήριξη, επειδή αυτή μπορεί να διευρύνει την εκλογική τους βάση, ενώ κατά την κατάρτιση των ψηφοδελτίων αναζητούν πρόσωπα που μπορούν να προσεγγίσουν διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες. Η «διεύρυνση», όμως, δεν πρέπει να σημαίνει απλώς την προσθήκη διαφορετικών κομματικών αναφορών ή εκλογικών δεξαμενών.
Η κομματική παράταξη έχει την τάση να αναζητά «δικούς της» ανθρώπους. Η παράταξη της πόλης πρέπει να αναζητά ικανούς ανθρώπους.
Η διαφορά δεν είναι μικρή. Είναι θεμελιώδης.
Αν ένας Δήμος αποκλείει έναν ικανό επιστήμονα ή επαγγελματία επειδή δεν ανήκει στον «σωστό» πολιτικό χώρο, δεν χάνει το κόμμα. Χάνει η πόλη
Και ακόμη περισσότερο: η σύγχρονη αυτοδιοίκηση απαιτεί γνώσεις που κανένα κόμμα από μόνο του δεν μπορεί να διαθέτει. Η ενεργειακή μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιακή διακυβέρνηση, η αξιοποίηση δεδομένων, η βιώσιμη κινητικότητα, τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή απαιτούν σύνθεση διαφορετικών γνώσεων και εμπειριών.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι η σχέση με την κεντρική εξουσία
Υπάρχει και μια πιο δύσκολη πραγματικότητα.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η πολιτική σχέση μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και Δήμων δεν είναι πάντοτε ουδέτερη. Επιστημονικές μελέτες έχουν καταγράψει ότι, σε συγκεκριμένες περιόδους, Δήμοι των οποίων οι Δήμαρχοι είχαν πολιτική ευθυγράμμιση με την κεντρική κυβέρνηση έλαβαν υψηλότερες κρατικές επιχορηγήσεις, ιδιαίτερα κατά τις προεκλογικές περιόδους.
Προφανώς και δεν λέμε πως ένας Δήμος πρέπει να βρίσκεται «απέναντι» από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτό που λέμε είναι πως δεν πρέπει να εξαρτά την αποτελεσματικότητά του από την κομματική του εγγύτητα.
Η διεκδίκηση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων απαιτεί σχέδιο, τεχνική επάρκεια, ώριμες μελέτες, διοικητική ικανότητα, συνεργασίες και συνεχή επικοινωνία με τα διαφορετικά επίπεδα διοίκησης.
Ο στόχος, επομένως, δεν πρέπει να είναι ένας Δήμος που εξαρτάται από το αν είναι «κοντά» στην εκάστοτε κυβέρνηση. Ο στόχος πρέπει να είναι ένας Δήμος τόσο καλά οργανωμένος και τεκμηριωμένος, ώστε να μπορεί να διεκδικεί αποτελεσματικά ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά.
Η Ευρώπη δείχνει έναν διαφορετικό δρόμο
Η ιδέα της ισχυρής τοπικής πολιτικής χωρίς άμεση εξάρτηση από τα εθνικά κόμματα δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία.
Στην Ιταλία, αντίστοιχα, η συμμετοχή μη κομματικών δημοτικών συμβούλων αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ 1995 και 2014.
Στην Ολλανδία στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2026, οι τοπικές παρατάξεις συγκέντρωσαν πάνω από το ένα τρίτο των ψήφων σε εθνικό επίπεδο, επιβεβαιώνοντας μία τάση ενίσχυσης της αυτόνομης τοπικής πολιτικής.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι πρέπει να αντιγράψουμε άλλα πολιτικά συστήματα. Σημαίνουν ότι η αυτοδιοίκηση μπορεί να αποκτήσει τη δική της πολιτική ταυτότητα, διαφορετική από εκείνη της κεντρικής πολιτικής.
Μια παράταξη της πόλης
Μια υπερκομματική δημοτική παράταξη δεν σημαίνει παράταξη χωρίς πολιτική άποψη. Το αντίθετο.
Σημαίνει μια παράταξη με σαφείς θέσεις, συγκεκριμένο σχέδιο και μετρήσιμους στόχους, η οποία όμως δεν ζητά από τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτήν να αποδείξουν πρώτα σε ποιο κόμμα ανήκουν.
Σημαίνει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι κεντροδεξιός, κεντροαριστερός, φιλελεύθερος, σοσιαλδημοκράτης ή να μην αυτοπροσδιορίζεται κομματικά και να εργάζεται μαζί με τους υπόλοιπους για τον ίδιο στόχο: μια καλύτερη πόλη.
Δεν πρόκειται για κατάργηση των πολιτικών διαφορών. Πρόκειται για την επιλογή ενός διαφορετικού σημείου αναφοράς.
Στην πόλη, το σημείο αυτό μπορεί να είναι η ίδια η πόλη.
Τα Ιωάννινα δεν χρειάζονται άλλη μία δημοτική παράταξη που θα αποτελεί το τοπικό παράρτημα ενός εθνικού κομματικού ανταγωνισμού. Χρειάζονται μια παράταξη που θα μπορεί να συγκεντρώσει γύρω της ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες αλλά κοινή αντίληψη για το μέλλον της πόλης.
Σε περίοδο κρίσης των δημοκρατικών θεσμών και απαξίωσης της πολιτικής η δημοτική παράταξη στα πλαίσια που περιγράφονται παραπάνω, ενθαρρύνει τη συμμετοχή, δεν απογοητεύει και τελικά αναζωογονεί την ίδια τη δημοκρατία σε τοπικό επίπεδο όταν καταφέρνει να υπερβαίνει διαφορές οι οποίες μπορεί να είναι σημαντικές σε πανεθνικό επίπεδο αλλά όχι για το Δήμο.
Η συμμετοχή είναι ζητούμενο. Η ενθάρρυνση των πολιτών να καταπιάνονται με τα κοινά είναι μακροπρόθεσμα κομβική για την δημοκρατία και την κοινωνική πρόοδο. Γιατί τελικά το ερώτημα στις δημοτικές εκλογές δεν πρέπει να είναι «ποιο κόμμα θα κερδίσει τον Δήμο». Το ερώτημα πρέπει να είναι:
Ποιοι άνθρωποι μπορούν να συνεργαστούν καλύτερα για να κάνουν τα Γιάννενα καλύτερα;
Η πόλη πρέπει να είναι πάνω από τα κόμματα.
Το κείμενο συνυπογράφεται από τους ακόλουθους:
Κρικέλης Δημήτρης - Ελεύθερος Επαγγελματίας
Λέντη Χρυσάνθη - Αρχιτέκτων Μηχανικός
Λυκογιώργος Γιάννης - Μαθηματικός
Μιχαήλ Μάριος - Μηχανικός Επιστήμης Υλικών
Οικονόμου Νίκος – Αρχιτέκτων-Μηχανικός/Μηχανικός Ανακαίνισης & Αποκατάστασης Κτιρίων