Η ιστορία της οικογένειας Σίνα στην Ουγγαρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικονομικής και κοινωνικής ακτινοβολίας των ελληνικών εμπορικών οικογενειών της διασποράς κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Οι Σίνα κατάγονταν από τη Μοσχόπολη, σημαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, και ανέπτυξαν σταδιακά ένα εκτεταμένο δίκτυο δραστηριοτήτων που ένωνε τα Βαλκάνια με τα μεγάλα οικονομικά κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης. Η πρώτη τεκμηριωμένη παρουσία της οικογένειας συνδέεται με τον Γεώργιο Σίνα τον Πρεσβύτερο, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε εμπορικά στη Μοσχόπολη, τη Βιέννη, την Πέστη και τη Βούδα. Ο γιος του, Σίμων Σίνας ο Νεότερος, ίδρυσε το 1798 την εταιρεία «Σίμων Σίνας και Σία», διευρύνοντας σημαντικά την οικογενειακή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Οι Σίνα εξελίχθηκαν σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς οίκους της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, με βασικές δραστηριότητες το εμπόριο δημητριακών και μαλλιού, τη χρηματοδότηση παραγωγικών δραστηριοτήτων και την επένδυση σε ακίνητα και γαίες. Η οικονομική τους ισχύς αναγνωρίστηκε από την αυστριακή μοναρχία: το 1818 ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Α΄ απένειμε στον Σίμωνα Σίνα και στους γιους του Γεώργιο και Ιωάννη τίτλο ευγενείας και οικόσημο, ενώ το 1832 ο Γεώργιος και ο Ιωάννης έλαβαν τον τίτλο του βαρόνου της Ουγγαρίας. Παράλληλα, η οικογένεια ενίσχυσε την παρουσία της στην Πέστη, όπου διέθετε ήδη επτά κατοικίες στη Συνοικία Λεοπόλδου το 1840, περιοχή που εξελισσόταν σε σημαντικό κέντρο της ελληνικής εμπορικής κοινότητας.
Κεντρική θέση στην ιστορία του Γεωργίου Σίνα κατέχει η συνεργασία του με τον κόμη István Széchenyi, μία από τις σημαντικότερες μορφές του ουγγρικού εκσυγχρονισμού. Ο Széchenyi αντιλαμβανόταν τη σύνδεση της Βούδας με την Πέστη ως βασική προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και το 1832 προώθησε την ίδρυση της Κοινοπραξίας της Γέφυρας. Ο Γεώργιος Σίνας ανέλαβε το 1837 καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση του σχεδίου, διαθέτοντας την οικονομική επιφάνεια που απαιτούνταν για την πραγματοποίηση ενός τόσο φιλόδοξου έργου. Η Γέφυρα των Αλυσίδων ολοκληρώθηκε το 1849 και αποτέλεσε την πρώτη μόνιμη γέφυρα που συνέδεσε τη Βούδα με την Πέστη, δημιουργώντας μια σταθερή οδική σύνδεση με ιδιαίτερη σημασία για το εμπόριο, τις μετακινήσεις και την οικονομική ενοποίηση της περιοχής.
Η δράση του Σίνα, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στη Γέφυρα των Αλυσίδων. Υποστήριξε τα σχέδια του Széchenyi για την ανάπτυξη της ατμοπλοΐας και των σιδηροδρόμων, συμμετέχοντας έτσι στη γενικότερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού των υποδομών της Ουγγαρίας. Παράλληλα, μετά την καταστροφική πλημμύρα της Πέστης το 1838, έδωσε σημαντική οικονομική βοήθεια στον δήμο, χορηγώντας χαμηλότοκα δάνεια και άμεση οικονομική ενίσχυση ύψους 40.000 φιορίνια. Η προσφορά του αναγνωρίστηκε με την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη της Βούδας, του Szeged και του Arad.
Η πορεία των Σίνα από τη Μοσχόπολη προς τη Βιέννη και τελικά την Πέστη και τη Βούδα αποτυπώνει τη δυναμική παρουσία του ελληνικού εμπορικού κόσμου στη νεότερη Ευρώπη. Ο Γεώργιος Σίνας αξιοποίησε την οικονομική του ισχύ όχι μόνο για την οικοδόμηση μιας μεγάλης επιχειρηματικής περιουσίας, αλλά και για τη στήριξη έργων που συνδέθηκαν με τον εκσυγχρονισμό της Ουγγαρίας. Η Γέφυρα των Αλυσίδων αποτέλεσε το πιο εμβληματικό αποτέλεσμα αυτής της δράσης και, πέρα από τη συμβολική της αξία, συνέβαλε ουσιαστικά στη σταδιακή ενοποίηση της Βούδας και της Πέστης, δύο πόλεων που έμελλε να συγκροτήσουν τη σύγχρονη Βουδαπέστη.