Ο Παναγιώτης Δαγκλής (1853–1924), με καταγωγή από το Σούλι και σημαντικούς δεσμούς με το Αγρίνιο, υπήρξε εξέχων αξιωματικός και πολιτικός της νεότερης Ελλάδας. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλία, ενώ συμμετείχε στις σημαντικότερες στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις της εποχής.
Το 1913 επέστρεψε στην Ήπειρο, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του στρατιωτικού σώματος που είχε ως αποστολή την κατάληψη των Ιωαννίνων, όπου παρέμεινε για σημαντικό χρονικό διάστημα. Η διαφωνία του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο οδήγησε τελικά στην απομάκρυνση του από τη διοίκηση της Στρατιάς Ηπείρου.
Αυτή του η διαφωνία με τον βασιλιά Κωνσταντίνο τον οδήγησε στην πολιτική, όπου συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και εξελέγη βουλευτής Ιωαννίνων. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού συμμετείχε στην Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, ενώ το 1918 ανέλαβε την αρχηγία του στρατού. Παράλληλα, συνέβαλε στην εξέλιξη του ελληνικού πυροβολικού με το ορειβατικό πυροβόλο Schneider–Danglis, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους και στις μεταγενέστερες πολεμικές επιχειρήσεις.
Η πολιτική και στρατιωτική του παρουσία στην Ήπειρο, σε συνδυασμό με τη μετέπειτα εκλογή του ως βουλευτή Ιωαννίνων, καθιστούν τον Δαγκλή μία χαρακτηριστική μορφή της ιστορίας της περιοχής στις αρχές του 20ού αιώνα.
Η προσωπικότητα του Δαγκλή δεν περιοριζόταν, πάντως, στη στρατιωτική και πολιτική του δραστηριότητα. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το γνωστό πνευματικό άθλημα μπριτζ και συγκαταλεγόταν στους γνωστούς παίκτες της εποχής, ενώ στο ίδιο περιβάλλον αναφέρεται και η παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Σπύρου Λάμπρου.
Οι οικογενειακές του σχέσεις συνέδεσαν, επιπλέον, τον Δαγκλή με σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας. Η σύζυγός του, Σοφία Μόστρα, ήταν εξαδέλφη του Παύλου Μελά, ενώ ο ίδιος υπήρξε πεθερός του Αλέξανδρου Μυλωνά. Μέσω αυτής της οικογενειακής σχέσης συνδέθηκε και με την οικογένεια του Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος εξελέγη επίσης βουλευτής Ιωαννίνων και αργότερα συνδέθηκε με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.