Στο ραδιόφωνο παίζει το: «Και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ’ Αϊ-Γιάννη θα ’τανε θαρρώ…», τραγούδι για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των λαϊκών θρησκευτικών γιορτών της πατρίδας μας, που, με το που χάθηκαν οι γειτονιές, φθίνουν και τα έθιμα.
Από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των λαϊκών θρησκευτικών γιορτών μας είναι η «Φωτιά του Αϊ-Γιαννιού» ή του «Λιοτροπιού» ή του «Κλήδονα». Πρόκειται για τη γιορτή του γενεθλίου του Ιωάννη του Προδρόμου στα τέλη Ιουνίου. Την παραμονή της γιορτής αυτής, στις πόλεις (τότε) και στα χωριά, άναβαν μεγάλες φωτιές με ό,τι παλιό και άχρηστο είχαν στο σπίτι και ξερά κλαδιά. Μόλις η φωτιά φούντωνε, άρχιζαν να πηδούν από πάνω της πρώτα οι νέοι και, όταν η φωτιά χαμήλωνε, συνέχιζαν τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι.
Το έθιμο αυτό έρχεται από τους αρχαίους χρόνους και σχετίζεται με τη θερινή γιορτή του ηλιοστασίου. Στην παλιά Αθήνα, ακόμα και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το έθιμο συνεχίστηκε χωρίς διακοπή. (Βλέπετε, παρά τη σκλαβιά, τα έθιμα ήταν έθιμα. Σήμερα οι νέοι ξέρουν;). Οι Αθηναίοι έδιναν «παραδάκι» στον αγά της πόλης για να τους αφήσει να βγούνε στους δρόμους και τους λόφους να ανάψουν φωτιές.
Η νύχτα του Κλήδονα, έθιμο επικεντρωμένο στη μαντεία σχετικά με την «τύχη» των κοριτσιών. Κάθε κοπέλα έβαζε, μυστικά και αφανέρωτα, μέσα στο «αμίλητο νερό» του δοχείου του Κλήδονα, ένα μήλο σημαδεμένο με σπόρους γαρύφαλλου ή κριθαριού. Με τις φωτιές, τη στάχτη, τη μυστικότητα και τη σιωπή, την αγνότητα του νερού και τη δύναμη του Αϊ-Γιάννη, ο έρωτας νικούσε: αν «το είχαν πει στον Κλήδονα», ήταν πιο εύκολο για την κοπέλα ν’ απορρίψει κάποιο ανεπιθύμητο συνοικέσιο και να ελπίζει να πάρει τον εκλεκτό της καρδιάς της.
Για βγάλτε τον ακλείδωνα
εις τ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη.
Σήμερα θα φανερωθεί
όπ’ αγαπά να πάρει…
Σήμερα οι γειτονιές των ονείρων δεν υπάρχουν, μόνο στη μνήμη των παλαιότερων βρίσκονται. Ελάχιστες, αν έχουν απομείνει, και σε αυτές έχουν αντικατασταθεί από την αγωνία του σήμερα και του τι μέλλει γενέσθαι αύριο.
Οι άνθρωποι δεν κάθονται πια στα πλατύσκαλα να κουβεντιάσουν, να βρουν συμπαραστάτες στα προβλήματά τους, να «καλαμπουρίσουν», να γελάσουν. Φοβούνται.
Στα παγκάκια, στις πλατείες, όπου κάποτε οι νέοι χάραζαν τα όνειρά τους, τώρα φιλοξενούνται άστεγοι. Άστεγοι που δεν βιώνουν τη συμπόνια και τη συμπαράσταση του συνανθρώπου τους. Οι περισσότεροι προσπερνούν δίχως να ρίξουν ένα βλέμμα, έστω και οίκτου, αδιάφοροι. Τα παιχνίδια περιορίστηκαν στις διαστάσεις ενός υπολογιστή, ενός tablet, ενός κινητού, λες και είναι ρομπότ. Λείπουν οι αλάνες για να ξεδίνουν και οι μπάλες δεν σπάνε πλέον τα τζάμια. Δεν βλέπουμε πια γόνατα τραυματισμένα, όπως στα χρόνια μας.
Ο κυρ-Γιώργης από το παλιό σήριαλ Λούνα Παρκ δεν μπορεί να κυνηγήσει τα παιδιά. Θα είναι πιο δυστυχισμένος από ποτέ. Στο περιβάλλον, στα δάση, στα ζώα και σε ό,τι αγαπούσαμε αφιερώσαμε το «εις μνήμην». Κι όμως, ας μη μας πάρει η κάτω βόλτα. Ο λαός μας έφτασε πολλές φορές στο ναδίρ κι όμως είχε τη δύναμη και σηκώθηκε.
Οι γειτονιές που χάθηκαν δεν προσφέρονται για μελαγχολική ανάμνηση κάποιων περασμένων μεγαλείων. Οι αναμνήσεις και οι μνήμες είναι υπενθύμιση, είναι προειδοποίηση, είναι ανασύνταξη ψυχής και μυαλού. Είναι αναξιοποίητος θησαυρός που δείχνει τον δρόμο.
Είναι αλήθεια ότι η βεβαίωση για ένα καλύτερο μέλλον έχει παντού καταρρεύσει. Παντού η πίστη στην επιστήμη, την τεχνολογία και τη βιομηχανία προσκρούει σε προβλήματα που δημιουργούνται από την επιστήμη, την τεχνολογία και τη βιομηχανία.
Το μέλλον φαίνεται θολό και το παρόν ασθενεί. Το παρελθόν είναι γεμάτο λάθη, καημούς, αλλά και αγώνες και επιτεύγματα. Τίποτα δεν μπορείς να αγνοήσεις και τίποτα να απορρίψεις. Μπορείς όμως να διαλέξεις τα καλύτερα στοιχεία του, με κριτήριο τον πολιτισμό και τη λαχτάρα να αλλάξεις τον άνθρωπο και τη ζωή του.
Τ’ Αϊ-Γιάννη ανάβανε φωτιές να ζεσταθούνε οι καρδιές των ανθρώπων της γειτονιάς και να έρθουν ακόμη πιο κοντά. Σήμερα ανάβουν φωτιές για να αφανίσουν από προσώπου γης ό,τι πράσινο υπάρχει και να επισπεύσουν την κλιματική αλλαγή.
Σήμερα οι ευγενικές φυσιογνωμίες της γειτονιάς έχουν εκλείψει. Οι παροικούντες στις πολυκατοικίες είναι απαθείς και ούτε την καλημέρα του Θεού δεν αλλάζουν. Είναι κρίμα η ελληνορθόδοξη οικογένεια να υιοθετεί ξένες προς τα ήθη μας πρακτικές. Ας συνέλθουμε, επιτέλους. Γιατί τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας θα το πληρώσουν ακριβά.