Αθήνα, Σεπτέμβριος 1843. Μια από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας εκτυλίσσεται μπροστά στα Ανάκτορα. Στρατιωτικοί, πολιτικοί και πολίτες ενώνονται σε ένα κοινό αίτημα προς τον βασιλιά Όθωνα: την παραχώρηση Συντάγματος και τον τερματισμό της απολυταρχικής διακυβέρνησης. Η εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 θα αποτελέσει σημείο καμπής για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συνταγματική οργάνωση της πολιτείας. Μετά την αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας το 1830, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστιες προκλήσεις.
Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιλέξουν ως βασιλιά της Ελλάδας τον νεαρό Βαυαρό πρίγκιπα Όθωνα. Όταν έφτασε στο Ναύπλιο το 1833, ήταν μόλις δεκαεπτά ετών και συνοδευόταν από τριμελή Αντιβασιλεία, η οποία ανέλαβε ουσιαστικά τη διακυβέρνηση της χώρας. Η κατάσταση που επικρατούσε ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Η οικονομία παρέμενε εξασθενημένη από τις καταστροφές της Επανάστασης του 1821, η αγροτική παραγωγή ήταν περιορισμένη, το εμπόριο και η ναυτιλία αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, ενώ το κράτος εξαρτιόταν οικονομικά από τα δάνεια των Μεγάλων Δυνάμεων. Ταυτόχρονα, η διοίκηση χαρακτηριζόταν από συγκεντρωτισμό και αυταρχισμό, καθώς δεν υπήρχε Σύνταγμα που να καθορίζει τα δικαιώματα των πολιτών και τα όρια της βασιλικής εξουσίας.
Η απουσία Συντάγματος αποτελούσε διαρκή πηγή δυσαρέσκειας. Πολλοί Έλληνες θεωρούσαν ότι οι θυσίες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας δεν δικαιώνονταν από ένα καθεστώς που δεν επέτρεπε τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Παράλληλα, οι αγωνιστές του 1821 αισθάνονταν παραγκωνισμένοι από τη βαυαρική διοίκηση. Πολλοί από αυτούς ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, γεγονός που ενίσχυε το αίσθημα αδικίας. Σημαντικό ρόλο στην όξυνση της κρίσης διαδραμάτισαν και οι πολιτικές παρατάξεις της εποχής, γνωστές ως Αγγλικό, Γαλλικό και Ρωσικό Κόμμα. Οι ανταγωνισμοί τους επηρέαζαν έντονα την πολιτική ζωή της χώρας, ενώ παράλληλα ασκούσαν πιέσεις προς τον Όθωνα για μεταρρυθμίσεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης και ο αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης ηγήθηκαν της εξέγερσης στην Αθήνα. Στρατιωτικές δυνάμεις και πλήθος πολιτών συγκεντρώθηκαν μπροστά στα Ανάκτορα, απαιτώντας από τον βασιλιά την άμεση παραχώρηση Συντάγματος και τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης.
Αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορούσε να αγνοήσει τη λαϊκή απαίτηση, ο Όθωνας υποχώρησε. Αποδέχθηκε τα αιτήματα των εξεγερμένων και προκήρυξε εκλογές για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης, η οποία ανέλαβε τη σύνταξη του πρώτου Συντάγματος της χώρας. Το Σύνταγμα του 1844 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πολιτική εξέλιξη της Ελλάδας. Καθιέρωσε τη συνταγματική μοναρχία, περιόρισε τις εξουσίες του βασιλιά και προέβλεψε τη λειτουργία Βουλής και Γερουσίας. Παράλληλα, έδωσε στους πολίτες μεγαλύτερη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και ενίσχυσε τους δημοκρατικούς θεσμούς του κράτους. Η επιτυχία της εξέγερσης αναγνωρίστηκε επίσημα από την πολιτεία. Η 3η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε ως εθνική εορτή, ενώ οι πρωταγωνιστές του κινήματος τιμήθηκαν για τη συμβολή τους στη διατήρηση της τάξης και στην προώθηση των πολιτικών μεταρρυθμίσεων.
Παρά τη μεγάλη αυτή κατάκτηση, τα προβλήματα δεν εξαφανίστηκαν. Η πολιτική αστάθεια συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια και οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στον θρόνο και τις πολιτικές δυνάμεις παρέμειναν έντονες. Τελικά, το 1862, ο Όθωνας εκθρονίστηκε, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
Η εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία, η συνταγματική τάξη και τα πολιτικά δικαιώματα δεν αποτελούν αυτονόητα αγαθά, αλλά κατακτήσεις που προέκυψαν μέσα από αγώνες και διεκδικήσεις. Στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου το Σύνταγμα αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής ζωής, τα γεγονότα εκείνης της περιόδου μας θυμίζουν τη σημασία της λογοδοσίας της εξουσίας, της συμμετοχής των πολιτών και της προστασίας των δημοκρατικών θεσμών. Όπως οι Έλληνες του 1843 διεκδίκησαν μεγαλύτερη πολιτική εκπροσώπηση και σεβασμό στα δικαιώματά τους, έτσι και σήμερα η ενεργή συμμετοχή των πολιτών παραμένει βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και την ενίσχυση της δημοκρατίας.