Αναδρομές

Ψάρεμα πριν 80 χρόνια στα παλιά Σφαγεία…

Γεννήθηκα στα Γιάννενα, στα μπουστάνια του μαχαλά της Σιαράβας, ενός από τους παλιότερους μαχαλάδες της πόλης μας, που δημιουργήθηκε μετά την έξωση των χριστιανών από το Κάστρο, κάτω από τον κουσλά Λιθαρίτσια, τον μαχαλά των ταμπάκων. Και οι γονείς μου γεννήθηκαν στα Γιάννενα επί τουρκοκρατίας. Ήμουν δεν ήμουν στην πρώτη τάξη του δημοτικού όταν άρχισα να μαθαίνω μπάνιο στη λίμνη και να ψαρεύω. Και τούτο γιατί θυμάμαι τη θεία τη Λένκω που ερχόταν να με συμμαζέψει όλο το καταμεσήμερο του καλοκαιριού και, αφού πηγαίναμε σπίτι, την έβαζα να μου λέει το παραμύθι «τα τρία γουρουνάκια» για να κοιμηθώ το μεσημέρι.

 

23 Σεπ 2026 • 11:15

Ο πατέρας μου, εκτός από το δικό μας μπουστάνι, είχε νοικιάσει και ένα μεγάλο μέρος δημοτικής έκτασης δίπλα ακριβώς από τα παλιά Σφαγεία, εκεί όπου σήμερα είναι το δημοτικό πάρκινγκ. Σε αυτό το κομμάτι είχαμε και ένα ροδάνι για να ποτίζουμε το μπουστάνι, μέσω ενός χαντακιού (μάνας), παίρνοντας νερό από τη λίμνη.

Στο κομμάτι αυτό είχαμε και μια πορτοπούλα που μας έβγαζε ακριβώς δίπλα από το λαγούμι των Σφαγείων. Να σκεφτείτε ότι η λίμνη τότε ήταν τελείως διαφορετική, με ακρολιμνιά και πλούσιους καλαμιώνες και οι φαλαρίδες να κολυμπούν μπροστά από τα καλάμια.

Από αυτή την πορτοπούλα εύκολα έβγαινα στη λίμνη με το καλάμι για ψάρεμα. Αγκίστρια και σπάγκο ειδικό, -δεν υπήρχε ακόμη η νάυλον κλωστή- αγοράζαμε από το μπακάλικο του νησιώτη Θεμιστοκλή Παππά στη Σκάλα, ακριβώς δίπλα από το φούρνο που ήταν τότε.

Εκείνο που ήταν δύσκολο να βρούμε ήταν η τάπα, ο φελός, να τον περάσουμε στον σπάγκο για να βλέπουμε αν τσιμπάνε τα ψάρια.

Δύσκολο ήταν επίσης να βρει κανείς και τα καλάμια, αλλά ο μπάρμπας μου Γιώργος Ζαϊκός, ο πρακτικός γιατρός των Γιαννίνων και των χωριών, έφερνε από την Φιλιππιάδα μικρό φορτηγάκι για το μπουστάνι του κι έτσι διάλεγα το καλύτερο. Δεν υπήρχαν καλάμια με μηχανισμούς και κουδουνάκια για να χτυπάνε όταν τσιμπάνε τα ψάρια, ούτε όλοι αυτοί οι ερασιτέχνες ψαράδες με τις συστοιχίες των πετονιών.

Ξαναγυρίζουμε στα Σφαγεία όπου ψάρευα εγώ και τρία - τέσσερα άλλα παιδάκια. Στη μέση των Σφαγείων υπήρχε ένα τσιμεντένιο λαγούμι που έφτανε μέχρι την ακρολιμνιά και όταν ήταν η μέρα που θα έσφαζαν, όλα τα απόβλητα των σφαγέντων έπεφταν μέσα στη λίμνη. Αίματα, έντερα, κοιλιές μπτζόλια (μικρά αρνάκια έμβρυα), ο χαμός δηλαδή, βρώμα και δυσωδία και να έρχονται κάτι μεγάλα σαρκοφάγα πουλιά, αλογόκακα τα λέγαμε, να πάρουν το μερτικό τους.

Εκείνη την ώρα λοιπόν, πέφτοντας το αίμα στη λίμνη πάγωνε και γίνονταν πηχτό. Παίρναμε τέτοιο αίμα και το βάζαμε δόλωμα στο αγκίστρι, πιάνοντας μικρούς κυπρίνους που έρχονταν και αυτοί να φάνε κάτι.

Όταν δεν έσφαζαν πηγαίναμε λίγο παραπέρα και ρίχναμε πετονιά μέχρι τα καλάμια. Πολλές φορές ψάρευα με την βάρκα μου, όταν δε έπιανα κανένα μαρίτσι ή δρομίτσα η χαρά μου ήταν μεγάλη γιατί δύσκολα βρίσκαμε. Συνήθως κυπρίνια και γλίνια, αλλά τώρα με δόλωμα ψωμοτύρι και σκουλήκια.

Όταν διψούσα έβγαινα με τη βάρκα έξω από τα καλάμια και έπινα νερό από τη λίμνη με τη χούφτα μου, καθαρή η λίμνη μας τότε, δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Σε αυτά τα Γιάννενα αναφέρομαι, με τις αυλές, τα πηγάδια και τους μπαξιέδες με τα λογής λογιών λουλούδια.

Ένα άλλο στοιχείο που θέλω να προσθέσω είναι ότι τότε υπήρχε λιμνοφύλακας, ο Αχιλλέας Ντίνος από την Ανατολή, πρόσφυγας, του οποίου δουλειά ήταν να μην αφήνει κανένα να ψαρεύει την περίοδο της ωοτοκίας των ψαριών. περνούσε και μας έπαιρνε καλάμια και πετονιές, αν μας εύρισκε να ψαρεύουμε αυτήν την περίοδο.

Σε όλη αυτή την ιστορία με το ψάρεμα το δικό μου η ουσία πάντως είναι ότι ούτε εγώ έφαγα από τα ψάρια τα δικά μου ούτε κάποιος άλλος από την οικογένεια, γιατί απλά της μάνας μου δεν της άρεσαν τα λιμνίσια ψάρια. Έτσι λοιπόν τα πιο μικρά κατέληγαν στις γάτες μας και τις φίλες των από τη γειτονιά, τα δε υπόλοιπα τα έδινα στη θείτσα Φταλία (Ευθαλία), νύφη του πατέρα μου από αδερφό, στο σοκάκι της Σιαράβας.

 

Γιώργος Σιομπότης

Το καθημερɩνό ενημερωτɩκό δελτίο της Ηπείρου
στο email σου.