Παλιά, τότε που τα χωριά μας βούιζαν από φωνές και γέλια, τότε που λογής λογής κ'δούνια νανούριζαν τον ύπνο σου και τα πιτσ'νάρια (κοκόρια) σε ξυπνούσαν απ' τα χαράματα, τέτοιον καιρό, οι δρόμοι γέμιζαν από παιδόπουλα που κατ'φόρ'ζαν για το σκολειό φορτωμένα με την πάνινη ή μάλλινη, τα σαρακατσανάκια, σάκα στην πλάτη και το ξύλο για τη σόμπα παραμάσκαλα, αρέντα μη χτυπήσ’ το κ'δούν’ ο δάσκαλος κι χαλασιά τ'ς τι τα καρτερούσε.
Mια βίτσα κρανένια ορθή στη γωνία κι άλλη λεπτότερη στην έδρα. Και πώς έτσουζε και χαράκωνε τα κοκκαλιασμένα άλλο από το κρύο κι άλλο από το φόβο, παιδικά χερούτσια! Όπως χτυπούσε η καμπάνα να πάνε τα γίδια στη βοσκή, έτσι χτυπούσε και για να πάνε τα παιδιά στο σκολειό...
Βούιζε το χωριό απ' τις φωνές των παιδιών όπως κι απ' τα κουδούνια του κοπαδιού. Σαν χτυπούσε το κουδούνι με το ξύλινο χέρι, σωτήρας και τύραννος μαζί, όλα στη γραμμή στοιχημένα και ζυγισμένα για την πρωινή προσευχή. Ύστερα τα έβαζε στην τάξη όπως σαλαγούσε κι ο γιδάρης τα γίδια στη βοσκή...
Τα καρτερούσαν τα θρανία, βαριά δρύινα με πλάτη, δυό δυό, καμιά φορά και τρία αν δεν χωρούσαν. Γεμάτα τα θρανία, χώρια τα κοπελούδια με φορέματα από τσιτάκια φτηνά και φιόγκο στα μαλλιά, χώρια τα πιδιά με κουρεμένα κεφάλια και των μεγαλύτερων αδελφών "ευρύχωρα" παντελόνια, με παπούτσια φτηνιάρικα και γαλότσιες λαστιχένιες το χειμώνα.
Τα βιβλία ήταν λιγοστά και μεταχειρισμένα, λαδωμένα και τσαλακωμένα· τετράδια καρώ για την αριθμητική, μακρόστενα για την καλλιγραφία και ριγωτά με τέσσερις ρίγες για τα πρωτάκια να μην ξεφεύγουν τα γράμματα, με ζωγραφιές στο εξώφυλλο.
Σε μια άκρη το τραπέζι του δασκάλου με δυό κυρίαρχα πράγματα, το κουδούνι και το χάρακα ή τη βίτσα. Στη γωνία η βιβλιοθήκη με τα βιβλία της πρώτα και μοναδικά πετάγματα του νου, ο Ιούλιος Βερν, οι μύθοι του Αισώπου, ο Γεροστάθης, ο Μακρυγιάννης, αι πρώται βοήθειαι, η Αγία Γραφή… όλος ο κόσμος εκεί, μπροστά στα παμφάγα μάτια.
Εκεί κι ο τρίποδος πίνακας με τις κιμωλίες, ή ο άλλος ο διπλός που ανεβοκατέβαινε με τροχαλία που μόνο ο δάσκαλος τον ήξερε και το λαγοπόδαρο για το σβήσιμο. Τριγύρω χάρτες, ο πίνακας της προπαίδειας, επιβλητικές οι μορφές του Διάκου, του Ανδρούτσου του Κολοκοτρώνη. Και μόνον ο Χριστός χαμογελούσε, ευλογώντας τα παιδιά απ' την εικόνα πάνω από τον πίνακα.
Στην τάξη ησυχία απόλυτη, μόνος ήχος το τικ - τακ του ρολογιού, καθώς πηγαινοέρχονταν το εκκρεμές και της ξυλόσομπας το χειμώνα, που έκαιγε λαίμαργα το πουρνάρι, λιάζοντας βρεγμένα ρούχα καμιά φορά και τις πατούνες και ζεσταίνοντας τα ξυλιασμένα χέρια.
Δίπλα το γραφείο του δασκάλου, με το φαρμακείο και το οινόπνευμα, το βαμβάκι, τις γάζες και το καφέ ιώδιο που έτσουζε, το κουτί με τις κιμωλίες, η σημαία τυλιγμένη στο βελούδινο κοντάρι με το χρυσό σταυρό στην κορυφή, βουλοκέρι και σφραγίδες, χώρος άβατος. Μόνο για τιμωρία ή νουθεσία έμπαινες εκεί…
Μοναδική έγνοια των γονιών τότε ήταν τα ποδήματα. «Άμα τα πιδιά είνι φαγωμένα κι ποδημένα δεν θέλουν τίποτι άλλο. Η δ'λιά τ'ς είνι το σκολειό και τα γράμματα, να γένουν ανθρώπ'». Είχαν έγνοια για τα ποδήματα, γιατί έπρεπε να τα αγοράσουν κι αν είχαν και πολλά παιδιά, έβανε το ένα τ' αλλ'νού καθώς τα ποδάρια μεγάλωναν, μη συμμετέχοντας στην έγνοια του πατέρα.
Βέβαια, τα καθημερινά τα μπάλωνε, έβανε σιόλες και τακούνια, σομπόλιαζε τα στραβοπατημένα ο Νάσιος ο Ματσιούλης ο τσαγκάρης μας και παλιότερα ο πάπ'ς ο Ματσιούλ'ς κι είχε στο μπάγκο του φαλτσέτες και σουβλιά και σπάγγο κηρωμένο και καλαπόδια και ξ'λόπροκις.
Πολλές φορές τα στένευαν ή περίσσευαν και τα έσερναν να μην τα χάσουν στο δρόμο. Τα χέρια της μάκως και της μάνας έπλεγαν απ' το καλοκαίρι ακόμα ασταμάτητα με πρόβιο ή γίδινο μαλλί ή ανάμικτο για να μη τζ'νάει το γίδινο, μπλούζες, ζακέτες, χειρόθια, κασκόλ’, κουκούλες.
Η μάκω ήταν ειδική για τ'ς πατούνες. Έπλεγε με τα κλειτσιά (5 λεπτές μικρές βελόνες) προπόδια και πατούνες κι έκανε και παρδαλούδια λουιαστά. Τα προπόδια τα έβαζαν μέσα στο σπίτι ή πάνω από τις πατούνες, που στο τελείωμα όταν τις "στάνκωναν" έπλεγαν κι ένα σκοινί μακρύ, με το βελονάκι, τόσο που να φέρει γύρω γύρω το ποδάρ' μια δυό φορές και ύστερα το σκάλωναν και το τσίτωναν για να μην πέφτουν οι πατούνες και να μην κρέμεται κιόλας...
Το μεσημέρι σαν χτυπούσε το ευλογημένο κουδούνι αρέντευαν (έτρεχαν) σαν από τον άλ'σο (σαν να ήταν δεμένα) για το σπίτι. Εκεί τα καρτερούσε η κυραμάνα μ' ανοιχτή αγκαλιά.
- Ούι πώς μουσκοβολάν' τα πιδιά μ' απ' τα γράμματα!...
Στις' τσίγκινες λίμπες καρτερούσε φτωχό αλλά ζεστό, αχνιστό φαί, ζυμωμένο ψωμί και περίσσια της κυραμάνας η αγάπη.
Νά'ταν, λέω, νά'ταν να ξαναβούιζαν οι έρημες κρεβάτες κι οι ψηλοτάβανες αίθουσες, να ξαναγέμιζαν φωνές οι άδειες αυλές και να λουλούδιζε ξανά ο ξεραμένος σχολικός κήπος...
Θα χαμογελούσαν ευτυχισμένοι κι οι ευεργέτες απ' τα κάδρα τους. Τι καλύτερο μνημόσυνο, απ' τις παιδικές φωνές! Νά'ταν, να ξαναγίνονταν ανθρώπινο, ήρεμο και γελαστό το σκολειό, σαν το σκολειό απ' όπου όλοι οι μεγάλοι μας πέρασαν, σκολειό μ' άλλες αξίες μ' άλλους ρυθμούς κι άλλους στόχους κι ένα όνειρο «να γίνουμε άνθρωποι» κι όχι καλοκουρδισμένα νευρόσπαστα...