Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να αντιμετωπίζουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη: να καταγγέλλουμε τους ψηφοφόρους της. Να τους χαρακτηρίζουμε συλλήβδην ακραίους, αντιδημοκράτες, ξενοφοβικούς ή ανθρώπους που δεν κατάλαβαν τι ψήφισαν. Υπάρχει όμως και ένας δυσκολότερος, αλλά πολιτικά χρησιμότερος τρόπος: να αναρωτηθούμε τι δεν έκανε καλά το Κέντρο ώστε εκατομμύρια Ευρωπαίοι να αναζητούν διέξοδο στα άκρα.
Η Γερμανία είναι σήμερα ίσως το πιο εντυπωσιακό εργαστήριο αυτής της κρίσης. Το αποτέλεσμα της κάλπης προκάλεσε σοκ. Στο κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ το AfD σάρωσε με 43,8%, με τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού (CDU και SPD) να συρρικνώνονται δραματικά. Λίγα 24ωρα μετά, στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, το AfD ήρθε πρώτο κόμμα με 38,2%, παίρνοντας την πρωτιά από το SPD, με το κόμμα του καγκελάριου Μερτς να καταποντίζεται κάτω από το 5% και να μένει εκτός του τοπικού Κοινοβουλίου. Μια άλλη εκδοχή ενίσχυσης των άκρων είχαμε στο Βερολίνο. Εκεί πρώτη ήρθε η Αριστερά (Die Linke) με 25,7%, με το CDU να πέφτει στο 18,8% και το AfD να ενισχύεται φτάνοντας στο 16,3% των ψήφων.
Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής στην εικόνα αυτή; Προφανώς, η ανοδική τάση για τα άκρα του πολιτικού φάσματος στη Γερμανία, εις βάρος των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας. Κυρίως, όμως, την παράσταση κλέβει η εκτόξευση του AfD ακόμα και σε παγγερμανικό επίπεδο. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το ARD-Deutschland Trend έδινε για το AfD σε πανεθνικό επίπεδο το 27% στην πρόθεση ψήφου, μπροστά από το CDU/CSU, στο 21%, ενώ μόλις το 15% δήλωνε ικανοποιημένο από την κυβέρνηση CDU/CSU-SPD και το 84% δυσαρεστημένο. Ακόμη πιο ενδιαφέρον: η AfD κέρδιζε συνεχώς έδαφος στην αντίληψη των πολιτών για την οικονομία, την κοινωνική δικαιοσύνη και, κυρίως, το μεταναστευτικό.
Ασφαλώς μέσα στο AfD υπάρχουν ακραίες, εθνικιστικές και αντιμεταναστευτικές τάσεις. Από αυτό όμως δεν προκύπτει ότι σχεδόν ο ένας στους τρεις Γερμανούς που δηλώνει ότι θα το ψηφίσει αποτελεί ένα ενιαίο σώμα ιδεολογικά ακροδεξιών πολιτών. Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην ανατολική Γερμανία δείχνουν ότι η ψήφος προς το AfD τροφοδοτείται επίσης από την οικονομική ανασφάλεια, το κόστος ζωής, την απογοήτευση από το ομοσπονδιακό κράτος και την αίσθηση εγκατάλειψης ολόκληρων περιοχών.
Αλλά και πολιτικά η ανάλυση της ψήφου υπέρ του AfD στην Σαξονία-Ανχαλτ τα λέει όλα: στην ανάλυση των exit polls φάνηκε ότι από τους Χριστιανοδημοκράτες μετακινήθηκαν σχεδόν 83.000 ψηφοφόροι προς το AfD – και όχι μόνο. Προς την ίδια κατεύθυνση μετακινήθηκαν από το FDP (το Φιλελεύθερο κόμμα που εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη) 19.000. Από την Αριστερά 11.000, από τους Σοσιαλιστές του SPD 7.000 και από τους Πράσινους 2.000. Τι είναι όλοι αυτό; Εθνικιστές; Ακροδεξιοί;
Η περιφρόνηση αυτών των ψηφοφόρων είναι ίσως το καλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει το πολιτικό σύστημα στο AfD. Γιατί μετατρέπει μια ψήφο διαμαρτυρίας σε ψήφο ταυτότητας: «αφού μας περιφρονούν, θα τους πολεμήσουμε».
Το πρόβλημα των κυβερνήσεων συνεργασίας
Εδώ αναδεικνύεται και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα: οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν από μόνες τους αποτυχία – πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες λειτούργησαν κατά καιρούς με αυτές. Όταν όμως η συνεργασία γίνεται απλώς άθροισμα αλληλοαναιρούμενων συμβιβασμών, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολιτική ακινησία. Δυστυχώς, στη Γερμανία αλλά και άλλες χώρες αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας.
Η σημερινή γερμανική κυβέρνηση CDU/CSU-SPD αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσκολίας. Η Γερμανία χρειάζεται γρήγορες μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, στην ενέργεια, στις υποδομές, στην άμυνα, στο κοινωνικό κράτος και στη μετανάστευση. Αλλά κάθε μεγάλη μεταρρύθμιση περνάει από τη διαπραγμάτευση δύο κομμάτων με διαφορετικές εκλογικές βάσεις και διαφορετικές προτεραιότητες.
Μετά την επιτυχία του AfD στη Σαξονία-Ανχαλτ οι διαφωνίες CDU και SPD για τις μεταρρυθμίσεις, τις συντάξεις, τη φορολογία και τον προϋπολογισμό έγιναν ακόμη εντονότερες. Τώρα έχουν και πολέμιους τόσο το AfD όσο και την ενισχυμένη Αριστερά, που εναντιώνεται σε αυτές. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η κυβέρνηση καθυστερεί επειδή φοβάται το πολιτικό κόστος, οι πολίτες εξοργίζονται επειδή δεν βλέπουν αποτελέσματα και η άνοδος των άκρων κάνει τα κυβερνητικά κόμματα ακόμη πιο φοβικά.
Πολλοί εκτιμούν ότι μια σοβαρή αιτία είναι το έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας στη Γερμανία, στη Γαλλία και γενικότερα στην ΕΕ. Είναι όμως έτσι; Ας αναρωτηθούμε: Θα μπορούσε σήμερα να υπάρξει ένας Αντενάουερ ή ένας Ντε Γκολ να επιβάλουν τη δική τους ατζέντα και να ορίσουν την πολιτική πυξίδα στις χώρες τους; Η αλήθεια είναι πως ακόμα και ηγέτες με ανάλογο ιστορικό βάρος θα κυβερνούσαν σε ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό.
Ο πολιτικός χρόνος έχει συντριβεί σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Τα social media απαιτούν απαντήσεις ακόμα και σε περίπλοκα θέματα μέσα σε λεπτά. Η τηλεοπτική και διαδικτυακή ενημέρωση μετατρέπει κάθε αστοχία σε εθνική κρίση πριν ακόμη ολοκληρωθεί η μέρα. Οι αλγόριθμοι ευνοούν συχνά την οργή, τη σύγκρουση και την υπεραπλούστευση περισσότερο από τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Ταυτόχρονα, η εξουσία έχει διαχυθεί. Μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση πρέπει να συνυπολογίζει εθνικά Κοινοβούλια, συνταγματικά δικαστήρια, ευρωπαϊκούς θεσμούς, κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, διεθνείς οργανισμούς και αγορές. Αυτό αποτελεί συχνά θεσμική εγγύηση απέναντι στην αυθαιρεσία. Εχει όμως και τίμημα: η λήψη μιας μεγάλης απόφασης είναι πολύ πιο περίπλοκη και αργή. Παράδειγμα: ατελείωτες διαβουλεύσεις για το νέο προϋπολογισμό της Κομισιόν, που αφορά άμεσα τα κράτη-μέλη. Ο Αντενάουερ και ο Ντε Γκολ μπορούσαν να πουν «εκεί θέλω να πάει η χώρα μου» και να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο σημερινός ηγέτης πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει ότι διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κυβερνητικό εταίρο, ευρωπαϊκή συμβατότητα και κοινωνική αποδοχή – ενώ ταυτόχρονα δέχεται καθημερινά πυρά από ένα κατακερματισμένο πληροφοριακό οικοσύστημα.
Ο Αντενάουερ και ο Ντε Γκολ μπορούσαν να πουν «εκεί θέλω να πάει η χώρα μου» και να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο σημερινός ηγέτης πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει ότι διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κυβερνητικό εταίρο, ευρωπαϊκή συμβατότητα και κοινωνική αποδοχή – ενώ ταυτόχρονα δέχεται καθημερινά πυρά από ένα κατακερματισμένο πληροφοριακό οικοσύστημα.
Η βαριά κληρονομιά της Μέρκελ…
Επιστρέφοντας στη Γερμανία, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να αποδοθούν όλα τα σημερινά προβλήματα στον Φρίντριχ Μερτς. Πολλά από αυτά έχουν βαθύτερες ρίζες και οδηγούν στην εποχή της Άνγκελα Μέρκελ. Η Μέρκελ –η πολιτική πατρίδα της οποίας είναι το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία– κυβέρνησε επί 16 χρόνια σε καθεστώς σχετικής σταθερότητας. Αλλά προσοχή: η σταθερότητα αυτή αποτέλεσε εν μέρει προϊόν εξαιρετικά ευνοϊκών συνθηκών: φθηνή ρωσική ενέργεια, ισχυρή κινεζική ζήτηση για γερμανικά προϊόντα, αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας. Όλα αυτά γυρίζουν σήμερα μπούμερανγκ…