Η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ξεκίνησε πριν ακόμη υπάρξει επίσημη ίδρυση, οργανωμένη κομματική δομή ή ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα εκ μέρους του πρώην Πρωθυπουργού. Η σύγκρουση εξελίσσεται με όρους επικοινωνίας, συμβολισμών και εσωτερικών συσχετισμών, λες και το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος θα κυριαρχήσει στον χώρο της Κεντροαριστεράς και όχι ποιος μπορεί να πείσει την κοινωνία ότι διαθέτει αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής δυναμικής. Αντίθετα, αποτυπώνει μια βαθύτερη αδυναμία του προοδευτικού χώρου να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα της εποχής. Όσο η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε αντιπαραθέσεις προσώπων, κομματικών μηχανισμών και εκλογικών ισορροπιών, τόσο απομακρύνεται από τα ζητήματα που απασχολούν καθημερινά τους πολίτες: την ακρίβεια που πιέζει τα νοικοκυριά, το στεγαστικό πρόβλημα, τις ανισότητες, τη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας, την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, τις επενδύσεις, την παραγωγική ανασυγκρότηση και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Το ΠΑΣΟΚ είχε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο μετά την οικονομική κρίση, μια μοναδική πολιτική ευκαιρία. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να εισέρχεται σε παρατεταμένη περίοδο κρίσης και εσωστρέφειας, μπορούσε να αναδειχθεί στον αδιαμφισβήτητο εκφραστή της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Είχε τον χρόνο να παρουσιάσει ένα σύγχρονο κυβερνητικό σχέδιο, να προσελκύσει νέα κοινωνικά στρώματα και να επανασυνδεθεί με τους ψηφοφόρους που εγκατέλειψαν τον χώρο την προηγούμενη δεκαετία.
Ωστόσο, η ευκαιρία αυτή δεν αξιοποιήθηκε στον βαθμό που πολλοί ανέμεναν. Παρά τη δημοσκοπική ανάκαμψη σε ορισμένες χρονικές περιόδους, το ΠΑΣΟΚ δεν κατόρθωσε να μετατρέψει τη φθορά των πολιτικών του αντιπάλων σε ισχυρό πολιτικό ρεύμα. Δεν έπεισε ότι αποτελεί την αυτονόητη εναλλακτική πρόταση εξουσίας ούτε δημιούργησε εκείνη τη δυναμική που θα του επέτρεπε να κυριαρχήσει στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Το πολιτικό κενό παρέμεινε και, όπως συμβαίνει πάντα στην πολιτική, τα κενά δεν μένουν ποτέ για πολύ ακάλυπτα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Όμως και αυτό καλείται να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απλώς μια προσπάθεια πολιτικής επιστροφής ενός πρώην πρωθυπουργού. Η κοινωνία έχει γίνει περισσότερο απαιτητική απέναντι στα κόμματα και τους πολιτικούς αρχηγούς. Οι πολίτες ζητούν αξιοπιστία, αυτοκριτική για τα λάθη του παρελθόντος, συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές προτάσεις και κυρίως μια πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά.
Η πρόωρη αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛ.Α.Σ. μοιάζει περισσότερο με μάχη για την ηγεμονία σε έναν κατακερματισμένο πολιτικό χώρο παρά με ουσιαστική πολιτική σύγκρουση ιδεών. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που επιδιώκουν και οι δύο πλευρές, δηλαδή να έρθει η περαιτέρω διάσπαση της εκλογικής τους βάσης, η απογοήτευση των προοδευτικών ψηφοφόρων και η αδυναμία συγκρότησης μιας αξιόπιστης εναλλακτικής απέναντι στην κυβέρνηση.
Η ιστορία της ελληνικής Κεντροαριστεράς έχει αποδείξει ότι οι μεγάλες πολιτικές ανατροπές δεν προέκυψαν ποτέ μέσα από εμφύλιες εσωκομματικές συγκρούσεις, αλλά όταν διαμορφώθηκε ένα καθαρό κοινωνικό αφήγημα που απαντούσε στις ανάγκες της εποχής. Σήμερα αυτό το αφήγημα παραμένει ζητούμενο.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν θα επικρατήσει το ΠΑΣΟΚ ή η ΕΛ.Α.Σ.. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ελληνική Κεντροαριστερά μπορεί να ξαναβρεί τον λόγο ύπαρξής της σε μια κοινωνία που αλλάζει, αναζητά σταθερότητα αλλά και μεταρρυθμίσεις, απαιτεί σοβαρότητα και έχει κουραστεί από τις διαρκείς εσωκομματικές αντιπαραθέσεις.
Διότι αν η πολιτική συζήτηση συνεχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα επικρατήσει στο εσωτερικό του ίδιου χώρου και όχι γύρω από το πώς θα αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της χώρας, τότε ο μοναδικός βέβαιος χαμένος δεν θα είναι ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΕΛ.Α.Σ. Θα είναι συνολικά η Κεντροαριστερά, η οποία κινδυνεύει να χάσει ακόμη μία ιστορική ευκαιρία να αποτελέσει πραγματική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.